ACCEPTABLY in Greek translation

[ək'septəbli]
[ək'septəbli]
αποδεκτά
acceptable
admissible
accepted
agreeable
permissible
με ικανοποιητικό τρόπο
με τρόπο
ways
ευαρεστως

Examples of using Acceptably in English and their translations into Greek

{-}
  • Colloquial category close
  • Official category close
  • Medicine category close
  • Ecclesiastic category close
  • Financial category close
  • Official/political category close
  • Computer category close
teachings had been acceptably expressed by a human mind,
τις διδασκαλίες του έχουν εκφραστεί ικανοποιητικά από ανθρώπινο νου,
Jehovah is“a jealous God,” and no one can serve him acceptably while revering other gods.'.
Ο Ιεχωβά είναι«ζηλότυπος Θεός» και κανείς δεν μπορεί να τον υπηρετεί με αποδεκτό τρόπο ενώ παράλληλα αποδίδει ευλαβικό σεβασμό σε άλλους θεούς.
your family take are effective and acceptably safe.
η οικογένειά σας είναι αποτελεσματικά και επαρκώς ασφαλή.
We cannot serve Him"acceptably" unless there is due"reverence" for His awful Majesty and"godly fear" of His righteous anger,
Δεν μπορούμε να Τον υπηρετούμε"αποδεκτά" αν δεν έχουμε"ευλάβεια" σε πανέμορφη μεγαλείο του, και το"φόβο" των δικαίων οργής του? και ο καλύτερος τρόπος
And these guides to mansonia conduct function acceptably in the early stages of the morontia life
Και οι οδηγοί αυτοί προς την μανσονιανή συμπεριφορά λειτουργεί αποδεκτά στα πρώιμα στάδια της μοροντιανής ζωής
serve God acceptably henceforth was to‘go out from among' the Pharisees
να υπηρετή τον Θεό στο εξής ευπρόσδεκτα ήταν να‘εξέλθη εκ μέσου' των Φαρισαίων
sometimes one Aid functions acceptably, while on other occasions two,
μερικές φορές ένας Αρωγός λειτουργεί με ικανοποιητικό τρόπο, ενώ άλλες φορές χρειάζονται δύο,
World-wide confederations of nations will effectively prevent minor wars and acceptably control the smaller nations,
Οι παγκόσμιες συνομοσπονδίες των εθνών θα εμποδίσουν αποτελεσματικά τους μικρότερους πολέμους και θα ελέγχουν αποδεκτά τα μικρότερα έθνη,
to intensify our willingness to make sacrifices to serve God acceptably.
να εντείνωμε την προθυμία μας να κάνωμε θυσίες για να υπηρετήσωμε ευπρόσδεκτα τον Θεό.
Accordingly, did Michael, during the experience of each of his universeˆ bestowalsˆ, successfully and acceptably voluntarily subordinate himself to the variously constituted wills of the diverse associations of the persons of the Paradiseˆ Trinityˆ.
Με ανάλογο τρόπο, ο Μιχαήλ, κατά την διάρκεια της εμπειρίας του σε κάθε μία από αυτές τις συμπαντικές του Παρουσίες, υπέβαλλε τον εαυτό του με επιτυχία και εκούσια στις διαφοροποιημένες θελήσεις των διαφόρων προσεταιρισμών των προσώπων της Παραδείσιας Τριάδας.
And these guides to mansoniaˆ conduct function acceptably in the early stages of the morontiaˆ life
Και οι οδηγοί αυτοί προς την μανσονιανή συμπεριφορά λειτουργεί αποδεκτά στα πρώιμα στάδια της μοροντιανής ζωής
to serve God acceptably we must continually strive against sin,
για να υπηρετούμε τον Θεόν ευπρόσδεκτα πρέπει συνεχώς ν' αγωνιζώμεθα εναντίον της αμαρτίας,
Accordingly, did Michael, during the experience of each of his universe bestowals, successfully and acceptably voluntarily subordinate himself to the variously constituted wills of the diverse associations of the persons of the Paradise Trinity.
Με ανάλογο τρόπο, ο Μιχαήλ, κατά την διάρκεια της εμπειρίας του σε κάθε μία από αυτές τις συμπαντικές του Παρουσίες, υπέβαλλε τον εαυτό του με επιτυχία και εκούσια στις διαφοροποιημένες θελήσεις των διαφόρων προσεταιρισμών των προσώπων της Παραδείσιας Τριάδας.
the apostle Paul explained that while all Christians-single or married- can serve God acceptably, single ones who are‘settled in their heart' about their status“do better.”.
παντρεμένοι- μπορούν να υπηρετούν αποδεκτά τον Θεό, οι άγαμοι που είναι“σταθεροί στην καρδιά τους” όσον αφορά την κατάστασή τους“κάνουν καλύτερα”.
Much can be done by the persons in these positions of responsibility to help their Christian brothers in maintaining good relations with the true God and in serving him acceptably.
Πολλά μπορούν να γίνουν από τα άτομα, που είναι σ' αυτές τις θέσεις ευθύνης, για να βοηθήσουν τους Χριστιανούς αδελφούς των να διατηρήσουν καλές σχέσεις με τον αληθινό Θεό και να τον υπηρετούν ευπρόσδεκτα.
turns it into horror fodder, acceptably scary because it is so extreme.
τους μετατρέπει σε υλικό τρόμου, αποδεκτά τρομακτικό επειδή είναι τόσο ακραία.
government projections that Macedonia will spend nearly14% more on energy this year than in 2009 is seen as acceptably moderate.
οι κυβερνητικές προβλέψεις ότι η πΓΔΜ θα δαπανήσει περίπου 14% περισσότερη ενέργεια αυτό το έτος σε σύγκριση με το 2009 θεωρείται αποδεκτά μετριοπαθής.
For years she labored acceptably as a member of the women's corps,
Για χρόνια δούλευε ικανοποιητικά σαν μέλος της γυναικείας ομάδας,
that in ancient Israel, foreigners could worship Jehovah acceptably, but such foreigners had to associate with Jehovah's covenant people.
οι αλλοεθνείς μπορούσαν να λατρεύουν τον Ιεχωβά με αποδεκτό τρόπο, αλλά έπρεπε να είναι συνταυτισμένοι με το λαό με τον οποίο είχε συνάψει διαθήκη ο Ιεχωβά.
I know that all orders of Father fragments are empowered to register the bona fide adoration of their subjects acceptably in the presence of the Universal Father.
όλες οι κατηγορίες των τμημάτων του Πατέρα έχουν τη δύναμη, καλή τη πίστει, να καταγράφουν τη λατρεία των υποκειμένων τους με τρόπο αποδεκτό στην παρουσία του Πατέρα του Σύμπαντος.
Results: 54, Time: 0.0537

Top dictionary queries

English - Greek