A BASIC PREREQUISITE in Greek translation

[ə 'beisik ˌpriː'rekwizit]

Examples of using A basic prerequisite in English and their translations into Greek

{-}
  • Official category close
  • Colloquial category close
  • Medicine category close
  • Ecclesiastic category close
  • Financial category close
  • Official/political category close
  • Computer category close
Would that not be a basic prerequisite?
Δεν θα έπρεπε αυτό να είναι προαπαιτούμενο;?
Private financing though is a basic prerequisite for their continuity.
Η ιδιωτική χρηματοδότηση αποτελεί όμως βασικό όρο για τη συνέχειά τους.
Encryption is a basic prerequisite for privacy and free speech in the digital age.
Η κρυπτογράφηση είναι ένα βασικό προαπαιτούμενο της ιδιωτικότητας και του ελεύθερου λόγου στην ψηφιακή εποχή.
It's a basic prerequisite for the Polestar Educational Courses
Είναι το βασικό προαπαιτούμενο για όλα τα εκπαιδευτικά προγράμματα του Polestar
The latter is considered a basic prerequisite for success in the difficult conditions and the competition that exists in the Greek market.
Την θεωρούμε βασική προϋπόθεση της επιτυχίας μας στις δύσκολες συνθήκες και τον ανταγωνισμό που υπάρχουν στην Ελληνική αγορά.
Addressing the problem of wastewater management is of particular importance and a basic prerequisite for the sustainable development of the area.
Η αντιμετώπιση του προβλήματος της διαχείρισης των λυμάτων, έχει ιδιαίτερη σημασία και αποτελεί βασική προϋπόθεση για τη βιώσιμη ανάπτυξη της περιοχής.
their observation is a basic prerequisite for understanding the processes of the plant
η παρατήρηση τους αποτελεί βασική προϋπόθεση για την κατανόηση των διαδικασιών του φυτού
human dignity are a basic prerequisite for peace.
η ανθρώπινη αξιοπρέπεια αποτελούν βασική προϋπόθεση για την ειρήνη.
I believe it is a basic prerequisite if this coordination is to become a reality
Πιστεύω ότι αυτό αποτελεί βασική προϋπόθεση, εάν ο εν λόγω συντονισμός πρόκειται να γίνει πραγματικότητα
The measurement of the Water Footprint is a basic prerequisite for a comprehensive water management with the ultimate objective to reduce water consumption.
Η μέτρηση του Υδατικού Αποτυπώματος είναι βασική προϋπόθεση για την ολοκληρωμένη διαχείριση του νερού, με απώτερο σκοπό τη μείωση της κατανάλωσης του.
providing access to cross-border healthcare services is a basic prerequisite enabling patients to enjoy the best possible treatment available.
η παροχή διασυνοριακής υγειονομικής περίθαλψης αποτελεί βασική προϋπόθεση που επιτρέπει στους ασθενείς να έχουν την καλύτερη δυνατή διαθέσιμη θεραπεία.
A basic prerequisite in order for someone to be demanding is all of the above to happen with no particular stress or guilt.
Βασική προϋπόθεση για να είναι κάποιος διεκδικητικός, είναι να αποδίδονται όλα τα παραπάνω χωρίς ιδιαίτερο άγχος ή ενοχές.
Of course, a basic prerequisite is to have a beautiful, functional
Φυσικά, βασική προϋπόθεση είναι να υπάρχει ιστοσελίδα η οποία να είναι όμορφη,
A basic prerequisite for the achievement of this sub-objective is that young people receive the appropriate skills to be able to enter into working life.
Βασική προϋπόθεση για την επίτευξη του παρόντος υποστόχου είναι οι νέοι να λαμβάνουν τα κατάλληλα εφόδια για να μπορούν να εισέλθουν στην επαγγελματική ζωή.
He believed, however, that Western help in fighting the Ottoman Turks was a basic prerequisite for inducing the people to embrace the Latin dogma.
Θεωρούσε ωστόσο βασική προϋπόθεση για τη μεταστροφή του λαού του στη λατινική πίστη τη δυτική βοήθεια εναντίον των Οθωμανών Τούρκων.
A basic prerequisite for setting the country on the track of economic growth is the construction of infrastructures for urban transport,
Βασική προϋπόθεση για να τεθεί μια πόλη, όπως η Θεσσαλονίκη, σε τροχιά οικονομικής ανάπτυξης είναι η δημιουργία
A basic prerequisite for research is the appropriate assessment of factors(religious,
Βασική προϋπόθεση στην έρευνα αποτελεί η ορθή αξιολόγηση των παραγόντων(θρησκευτικών,
thought that one should speak the truth about what he praises and that this is a basic prerequisite”198c-d.
πρέπει κανείς να λέει την αλήθεια για ό, τι εγκωμιάζει και ότι αυτό αποτελεί τη βασική προϋπόθεση»198c-d.
It also implies, as a basic prerequisite, that we are able to establish the institutional apparatus of a new form of pluralistic,
Συνεπάγεται επίσης, ως βασική προϋπόθεση, ότι είμαστε ικανοί να εγκαθιδρύσουμε έναν θεσμικό μηχανισμό μιας νέας μορφής πλουραλιστικής,
The integration of the financial markets is an absolute precondition for the proper functioning of the single currency and a basic prerequisite for European growth.
Η ολοκλήρωση των χρηματαγορών συνιστά, με τη σειρά της, απαραίτητη προϋπόθεση για τη σωστή λειτουργία του κοινού νομίσματος και βασική απαίτηση για την ευρωπαϊκή ανάπτυξη.
Results: 292, Time: 0.0404

Word-for-word translation

Top dictionary queries

English - Greek