A CORRESPONDINGLY in Greek translation

[ə ˌkɒri'spɒndiŋli]
[ə ˌkɒri'spɒndiŋli]
ένα αντίστοιχα
μια αντίστοιχα
μία αντίστοιχα
έναν αντίστοιχα
αντίστοιχη
equivalent
similar
corresponding
respective
comparable
same
counterpart
relevant

Examples of using A correspondingly in English and their translations into Greek

{-}
  • Colloquial category close
  • Official category close
  • Medicine category close
  • Ecclesiastic category close
  • Financial category close
  • Official/political category close
  • Computer category close
In the ensuing decades, rapid urban development demonstrated a correspondingly explosive growth in municipal debt.
Στις δεκαετίες που ακολουθούν ταχεία ανάπτυξη των αστικών αποδειχθεί αντίστοιχα εκρηκτική αύξηση στο δημοτικό χρέους{ασαφές}.
have a high density of receptors and a correspondingly higher number of sensory nerves.
έχουν υψηλή πυκνότητα υποδοχέων και αντίστοιχα μεγαλύτερο αριθμό αισθητηριακών νεύρων.
will inevitably be answered with a correspondingly fragmentary response.
την κατακερματισμένη του προσέγγιση, να απαντηθεί με αντίστοιχα κατακερματισμένη απόκριση.
the African continent by deep channels and has a correspondingly restricted fauna, reflecting its comparative isolation from the mainland.
την Αφρικανική ήπειρο από βαθιά κανάλια και έχει περιορισμένη αναλογικά πανίδα, που αντικατοπτρίζει τη συγκριτική της απομόνωσή από την ηπειρωτική χώρα.
My"days sober" count has reverted to one, so I thought I would have a correspondingly fresh approach in regards to my meetings.
Οι"νηφάλιες μέρες" μηδενίστηκαν. Έτσι σκέφτηκα πως αντίστοιχα χρειαζόμουν νέα προσέγγιση σχετικά με τις συναντήσεις.
The region's labour market is determined by a generally fast-growing population with a correspondingly fast-growing potential labour force,
Η αγορά εργασίας της περιφέρειας χαρακτηρίζεται από μία συνολική και σαφή αύξηση του πληθυσμού και από ένα αντίστοιχα όλο και περισσότερο αυξανόμενο εργατικό δυναμικό,
Visitors and end users of the hotel now enjoy a high level of services through a correspondingly high aesthetic environment, worthy of the name
Ο επισκέπτης και τελικός χρήστης βρισκόμενος στις εγκαταστάσεις του ξενοδοχείου απολαμβάνει πλέον τις υψηλές υπηρεσίες που του προφέρονται μέσα ένα αντίστοιχα υψηλής αισθητικής περιβάλλον,
a body politic as a corps of citizens with a correspondingly incorporated‘soul'”.
μιας πολιτικής του σώματος ως σώματος πολιτών με αντίστοιχη ενσωματωμένη“ψυχή”»[13].
Sport+ as well as a correspondingly modified standard Active M differential on the rear axle
SPORT+ καθώς και ένα αντίστοιχα τροποποιημένο στάνταρ διαφορικό Active M στον πίσω άξονα
will significantly change with a correspondingly violent resentment from the British people.
θα μεταβληθεί αισθητά με μια αντίστοιχα έντονη δυσφορία των Βρετανών.
the JNF faces the grim reality that the vast appreciation of value of Rehavia will require it to pay a correspondingly increased rent.
αναλυτές επισημαίνουν τη ζοφερή πραγματικότητα ότι η τεράστια εκτίμηση της αξίας της Rehavia θα απαιτήσει από αυτήν να πληρώσει ένα αντίστοιχα αυξημένο ενοίκιο.
A widely spread light source is projected onto the retina in a correspondingly wide image,
Μια ευρέως διαδεδομένη πηγή φωτός προβάλλεται επάνω στον αμφιβληστροειδή σε μία αντίστοιχα μεγάλη εικόνα,
It is also because of the heteronomous character of technoscience in the above sense that we may hope that in an inclusive democracy the dominant social paradigm would contain a radically different set of values which will prescribe a correspondingly different, democratic science and technology.
Ακόμη, ακριβώς λόγω του ετερόνομου χαρακτήρα της τεχνοεπιστήμης μπορούμε να ελπίζουμε ότι σε μια περιεκτική δημοκρατία το κυρίαρχο κοινωνικό παράδειγμα θα περιέχει ένα εντελώς διαφορετικό σύνολο αξιών που θα συνεπάγεται μια αντίστοιχα διαφορετική και δημοκρατική επιστήμη και τεχνολογία.
Sport+ as well as a correspondingly modified standard Active M differential on the rear axle
SPORT+ καθώς και ένα αντίστοιχα τροποποιημένο στάνταρ διαφορικό Active M στον πίσω άξονα
thus release a correspondingly higher amount of carbon dioxide emissions.
έτσι θα εκλύσει μία αντίστοιχα υψηλότερη ποσότητα εκπομπών διοξειδίου του ανθρακα.
the vehicle consumes 1.5 percent more fuel- and produces a correspondingly higher amount of CO2 emissions.
1.5% περισσότερα καύσιμα κι έτσι θα εκλύσει μία αντίστοιχα υψηλότερη ποσότητα εκπομπών διοξειδίου του ανθρακα.
Therefore, failure to address this regulatory barrier is likely to have a correspondingly greater impeding effect on the developments of the market for SBBSs than would have been,
Ως εκ τούτου, η αδυναμία αντιμετώπισης αυτού του ρυθμιστικού φραγμού είναι πιθανό να έχει αντίστοιχα μεγαλύτερη παρεμπόδιση στην εξέλιξη της αγοράς SBBS από ό, τι θα ήταν, επί παραδείγματι,
This is one of the most successful online stores selling bicycles and cycling accessories in Greece with over 45,000 visitors a month and a correspondingly large number of registered customers and orders.
Πρόκειται για ένα από τα πιο επιτυχημένα ηλεκτρονικά καταστήματα πώλησης ειδών ποδηλασίας με πάνω από 45 επισκέπτες το μήνα και αντίστοιχα μεγάλο αριθμό εγγεγραμμένων πελατών και παραγγελιών.
the part of the farmer and underpayment in more profitable areas, with a correspondingly lower take up'(1).
την καταβολή μειωμένων ποσών στις περισσότερο προσοδοφόρες περιοχές, με αντίστοιχα χαμηλότερο ποσοστό συμμετοχής»(1).
as this is a higher one collateral value which justifies such a correspondingly higher effort.
καθώς αυτό είναι υψηλότερο εξασφαλίσεις αξία πράγμα που δικαιολογεί μια αντίστοιχα μεγαλύτερη προσπάθεια.
Results: 55, Time: 0.0358

A correspondingly in different Languages

Word-for-word translation

Top dictionary queries

English - Greek