ARMED ROBBERY in Greek translation

[ɑːmd 'rɒbəri]
[ɑːmd 'rɒbəri]
ενοπλη ληστεία
armed robbery
ενοπλη ληστεια
armed robbery
armed robbery
έvοπλη ληστεία
ένοπλος ληστής
armed robber
armed robbery

Examples of using Armed robbery in English and their translations into Greek

{-}
  • Colloquial category close
  • Official category close
  • Medicine category close
  • Ecclesiastic category close
  • Financial category close
  • Official/political category close
  • Computer category close
He has a few priors for armed robbery.
Έχει μερικά priors για ένοπλη ληστεία.
Three men in masks, armed robbery.
Τρεις άντρες με μάσκες.'Ενοπλη ληστεία.
Two teenagers arrested for armed robbery in Fresno County| KMPH.
Συνελήφθησαν δύο άτομα για ένοπλες ληστείες σε κοσμηματοπωλείο και υποκατάστημα τράπεζας.
This is a case of Armed Robbery.
Πολύ απλά πρόκειται περί ένοπλης ληστείας.
They think it was an armed robbery.
Νομίζουν ότι ήταν ένοπλη ληστεία.
Armed robbery, assault with a deadly weapon.
Ένοπλες ληστείες, επίθεση με ένα θανάσιμο όπλο.
Got the armed robbery files already opened.
Έχουμε ήδη τα αρχεία της ένοπλης ληστείας.
Max and Liz got arrested in Utah for armed robbery.
Ο Μαξ και η Λιζ, συνελήφθησαν στην Γιούτα, για ένοπλη ληστεία.
Armed robbery, racketeering.
Ένοπλες ληστείες, κομπίνες.
This indictment charging Kenneth Waters with armed robbery.
Σύμφωνα με το 82-4116 στον κατηγορούμενο απαγγέλλεται η κατηγορία της ένοπλης ληστείας.
This is my first armed robbery.
Είναι η πρώτη μου ένοπλη ληστεία.
Think about armed robbery.
Εννοώ τις ένοπλες ληστείες.
I was wrapping up an armed robbery trial.
Ασχολούμουν με μια υπόθεση ένοπλης ληστείας.
It's burglary and armed robbery.
Είναι διάρρηξη και ένοπλη ληστεία.
He enjoys booze, assault and armed robbery.
Λατρεύει το ποτό, και τις ένοπλες ληστείες.
It's the Armed Robbery Squad.
Είναι η ομάδα κατά της ένοπλης ληστείας.
Two years less a day for armed robbery.
Δύο χρόνια παρά μια ημέρα για ένοπλη ληστεία.
It will be armed robbery.
Σε λίγο θα κάνει ένοπλες ληστείες.
It was an attempted armed robbery.
Ήταν απόπειρα ένοπλης ληστείας.
Tyler Wilson, armed robbery.
Tyler Wilson, ένοπλη ληστεία.
Results: 852, Time: 0.0504

Word-for-word translation

Top dictionary queries

English - Greek