COMMITTED MURDER in Greek translation

[kə'mitid 'm3ːdər]
[kə'mitid 'm3ːdər]
διαπράξει φόνο
έκανε φόνο
διέπραξε φόνο
διέπραξαν φόνο
διέπραξαν δολοφονία

Examples of using Committed murder in English and their translations into Greek

{-}
  • Colloquial category close
  • Official category close
  • Medicine category close
  • Ecclesiastic category close
  • Financial category close
  • Official/political category close
  • Computer category close
A tear under the right eye often means that the owner committed murder or attempted to.
Ένα δάκρυ κάτω από το δεξί μάτι συχνά σημαίνει ότι ο ιδιοκτήτης του τατουάζ διέπραξε φόνο ή αποπειράθηκε.
who in their sedition had committed murder.
οι οποίοι κατά το στασιασμό τους είχαν διαπράξει φόνο.
Captain Hesse here doesn't check his rear-view mirror quite as often as one would imagine a man who just committed murder might.
Ο Λοχαγός Χέσε δεν ελέγχει τον καθρέφτη του αμαξιού συχνά όπως θα περίμενε κανείς να κάνει κάποιος που μόλις διέπραξε φόνο.
It is this Barabbas who was"in prison with the insurrectionists who had committed murder in the uprising"(Mark 15:7).
Ήταν δε ο λεγόμενος Βαραββάς στην φυλακή μαζί με τους στασιαστές, που κατά την στάσι είχαν διαπράξει φόνο(Μάρκ. 15,7).
Leonidas never committed murder by throwing said messenger in the giant pit of death.
επιπλέον, ο Λεωνίδας δε διέπραξε φόνο, ρίχνοντας τον αγγελιοφόρο σε ένα γιγαντιαίο λάκκο.
A man called Barabbas was in prison with the insurrectionists who had committed murder in the uprising.
Ήταν τότε φυλακισμένος κάποιος που λεγόταν Βαραββάς, μαζί με άλλους στασιαστές, που κατά την εξέγερση είχαν διαπράξει φόνο.
facing the death penalty without having committed murder became the focus of nationwide protests led by various women's groups
αντιμετώπιζε τη θανατική ποινή χωρίς να έχει διαπράξει φόνο έγινε το επίκεντρο πανεθνικής διαμαρτυρίας με επικεφαλής διάφορες γυναικείες ομάδες
Among them more than 9,000 were admitted into the Party shortly after killing someone, more than 20,000 committed murder after being admitted into the Party,
Μεταξύ τους περισσότεροι από έγιναν δεκτοί στο Κόμμα αμέσως μετά τη δολοφονία κάποιου, περισσότεροι από διέπραξαν φόνο αφότου έγιναν δεκτοί στο Κόμμα
He said he heard the mastermind say during a conversation with others who committed murder that the best way to get rid of a corpse is to bury it in cement!
Ανέφερε πως άκουσε τον εγκέφαλο να λέει κατά τη διάρκεια συζήτησης με άλλους συγκρατούμενους που διέπραξαν φόνο, πως ο καλύτερος τρόπος για να εξαφανίσεις ένα πτώμα είναι να το θάψεις σε τσιμέντο!
including those who committed murder or wounded people in the course of terrorist incidents.
ακόμα και όσοι διέπραξαν φόνο ή τραυμάτισαν ανθρώπους κατά τη διάρκεια τρομοκρατικών επεισοδίων.
whose members later switched their interest from gore films to right wing politics and committed murder in 1993.
τα μέλη της οποίας μεταπήδησαν αργότερα το ενδιαφέρον τους από αιματηρές ταινίες σε δεξιά πολιτική πτέρυγα και διέπραξαν φόνο το 1993.
whose members later switched their interest from gore films to far-right extremism and committed murder in 1993.
τα μέλη της οποίας μεταπήδησαν αργότερα το ενδιαφέρον τους από αιματηρές ταινίες σε δεξιά πολιτική πτέρυγα και διέπραξαν φόνο το 1993.
French psychiatrist jailed after patient commits murder.
Ψυχίατρος στη Γαλλία καταδικάστηκε επειδή ο ασθενής της διέπραξε φόνο.
French psychiatrist found guilty of manslaughter after patient commits murder.
Ψυχίατρος στη Γαλλία καταδικάστηκε επειδή ο ασθενής της διέπραξε φόνο.
French psychiatrist sentenced after patient commits murder.
Ψυχίατρος στη Γαλλία καταδικάστηκε επειδή ο ασθενής της διέπραξε φόνο.
The rate at which blacks commit murder is thirteen times that of whites.
Μαύροι διαπράττουν φόνο είναι τριάντα φορές μεγαλύτερος απ' των Λευκών.
There are even cases where people commit murder and don't remember it.
Υπάρχουν περιπτώσεις που άνθρωποι διαπράττουν φόνο και δεν το θυμούνται.
But why commit murder without shoes on?
Αλλά γιατί να διαπράξεις φόνο χωρίς τα παπούτσια σου;?
For robbery in desolated areas, committing murder, and other crimes against society.
Για ληστεία σε έρημη περιοχή, διάπραξη φόνου κι άλλα εγκλήματα κατά της κοινωνίας.
Virtually anyone can commit murder or manslaughter without premeditation.
Σχεδόν όλοι μπορούν να διαπράξουν φόνο ή ανθρωποκτονία εξ αμελείας.
Results: 54, Time: 0.0427

Word-for-word translation

Top dictionary queries

English - Greek