COMMODITY FORM in Greek translation

[kə'mɒditi fɔːm]
[kə'mɒditi fɔːm]
εμπορευματική μορφή
μορφή του εμπορεύματος
εμπορευματικής μορφής
τη μορφή εμπόρευμα

Examples of using Commodity form in English and their translations into Greek

{-}
  • Colloquial category close
  • Official category close
  • Medicine category close
  • Ecclesiastic category close
  • Financial category close
  • Official/political category close
  • Computer category close
In the current stage the P2P is also circumscribed by the commodity form as major parts of the means of production are commodities
Στην παρούσα φάση, η ομότιμη παραγωγή οριοθετείται επίσης από την εμπορευματική μορφή, καθώς μεγάλα τμήματα των μέσων παραγωγής είναι εμπορεύματα
categorial investigation of the problem of“reification” and the commodity form as socially mediating,
για μια έρευνα των κατηγοριών που αφορούν στο πρόβλημα της«πραγμοποίησης» και της εμπορευματικής μορφής ως κοινωνικά μεσολαβούσας,
they bring these realms of culture to their common denominator--the commodity form.
τη φιλοσοφία και το εμπόριο, παράλληλα ανάγουν όλους αυτούς τους πνευματικούς τομείς σε ένα κοινό παρανομαστή: την εμπορευματική μορφή.
an intensification of the“reification” of the commodity form.
με την εντατικοποίηση της«πραγμοποίησης» της εμπορευματικής μορφής.
their complete dependence on the seemingly impersonal relations established by the commodity form.
την πλήρη εξάρτηση τους από τις φαινομενικά απρόσωπες σχέσεις θεμελιωμένες από την εμπορευματική μορφή.
replacing state regulation by regulation through the commodity form and removing the working class from its‘privileged' political position.
αντικαθιστώντας την κρατική ρύθμιση με τη ρύθμιση μέσω της εμπορευματικής μορφής, απομακρύνοντας έτσι την εργατική τάξη από την‘προνομιακή' της πολιτική θέση.
a determination that derives from the essentially unconscious form of social reproduction through the commodity form.
ένας προσδιορισμός που παράγεται από την ουσιαστική ασυνείδητη μορφή της κοινωνικής αναπαραγωγής μέσω της εμπορευματικής μορφής.
this approach to value theory can only result in a completely external relation between the commodity form, the capital form
αυτή η προσέγγιση στην θεωρία της αξίας μπορεί μόνο να καταλήξει σε μία τελείως εξωτερική σχέση μεταξύ εμπορευματικής μορφής, μορφής κεφαλαίου
does not help to demistify the'mystery' behind the commodity form and value, their apparent naturalness.
δεν βοηθάει στην απομυστικοποίηση του«μυστηρίου» πίσω από τη μορφή εμπόρευμα και την αξία, την φαινομενική τους φυσικότητα.
The tension between the exigencies of the commodity form and ecological requirements becomes more severe as productivity increases
Η ένταση μεταξύ των αναγκών της μορφής εμπόρευμα και των οικολογικών αναγκών γίνεται πιο έντονη όσο αυξάνεται η παραγωγικότητα
The tension between the exigencies of the commodity form and ecological requirements becomes more severe as productivity increases
Η ένταση μεταξύ των αναγκών της μορφής εμπόρευμα και των οικολογικών αναγκών γίνεται πιο έντονη όσο αυξάνεται η παραγωγικότητα
is an historically specific, quasi-objective form of social mediation constituted by labour and objectified as the commodity form.
οιονεί αντικειμενική μορφή κοινωνικής διαμεσολάβησης η οποία συγκροτείται από την εργασία και αντικειμενοποιείται ως μορφή εμπόρευμα.
The German term should have been used throughout to give full meaning to the argument that primitive accumulation is suspended in the commodity form as its'subterranean condition,
Ο γερμανικός όρος θα έπρεπε να χρησιμοποιείται ώστε να αποδοθεί το πλήρες νόημα στο επιχείρημα ότι η πρωταρχική συσσώρευση αναστέλλεται(is suspended) στην μορφή εμπόρευμα ως«υπόγεια συνθήκη, συστατική προϋπόθεση
is the first presupposition of capital and the commodity form is the first presupposition of the principle of capital,
ισχυρίζομαι είναι η πρώτη προϋπόθεση(presupposition) του κεφαλαίου και η εμπορευματική μορφή είναι η πρώτη προϋπόθεση της αρχής του κεφαλαίου,
the rotation of capital in its totality constantly encompasses the dialectical unity-and-contradiction of opposites contained in the commodity form of production, namely, the contradictory unity of use-value
ολότητά του εμπεριέχει συνεχώς τη διαλεκτική της ενότητας και της αντίφασης των αντιθέτων που συνυπάρχουν στην εμπορευματική μορφή της παραγωγής, δηλαδή την αντιφατική ενότητα της ανταλλακτικής αξίας
is taken as a natural attribute of human beings and not as the product of the commodity form itself--i.
ειδικότητα συνοψίζεται στην ελεύθερη συνείδηση του μισθωτού εργάτη η οποία, άλλωστε, λαμβάνεται ως φυσικό χαρακτηριστικό των ανθρώπινων όντων και όχι ως προϊόν της ίδιας της εμπορευματικής μορφής- δηλ.
at the same time farther away because of the dissolution of all relations into commodity form.
πιο μακρυά εξ αιτίας της διάλυσης κάθε σχέσης μέσα στην εμπορευματική μορφή.
its scrupulous refusal to describe any path to a communist situation short of the immediate abolition of the commodity form.
τη σχολαστική άρνησή της να περιγράψει μια οποιαδήποτε διαδρομή προς την κομμουνιστική κατάσταση πέρα από την άμεση κατάργηση της εμπορευματικής μορφής.
In a society structured by the commodity form, labour and its products are not socially distributed by traditional norms
Σε μια κοινωνία που δομείται με κέντρο τη μορφή εμπόρευμα, η εργασία και τα προϊόντα της δεν διανέμονται κοινωνικά με βάση τους παραδοσιακούς κανόνες
not as separated individuals whose social existence is made manifest behind their backs through the commodity form, but as social individuals,
όχι ως χωρισμένα άτομα των οποίων η κοινωνική ύπαρξη γίνεται έκδηλη πίσω από την πλάτη τους διαμέσου της εμπορευματικής μορφής, αλλά ως κοινωνικά άτομα,
Results: 80, Time: 0.0383

Word-for-word translation

Top dictionary queries

English - Greek