CONGREGATION'S in Greek translation

εκκλησίας
church
congregation
εκκλησία
church
congregation
συνωμοσίου

Examples of using Congregation's in English and their translations into Greek

{-}
  • Colloquial category close
  • Official category close
  • Medicine category close
  • Ecclesiastic category close
  • Financial category close
  • Official/political category close
  • Computer category close
The congregation acts according to the authority given it by God to maintain the congregation's good standing before God and to vindicate God's righteousness before the world.
Η εκκλησία ενεργεί σύμφωνα με την εξουσία που της έχει δοθή από τον Θεό να διατηρή την εκκλησία σε καλή στάσι ενώπιον του Θεού και να διεκδικήση τη δικαιοσύνη του Θεού ενώπιον του κόσμου.
In Paul's case, the reason he delayed his planned visit to Corinth was for the congregation's own good.
Στην περίπτωση του Παύλου, η καθυστέρηση της προγραμματισμένης επίσκεψής του στην Κόρινθο ήταν προς όφελος της εκκλησίας.
one of the elders in the Oryol Congregation, for his role in the congregation's religious services.
ενός από τους πρεσβυτέρους της εκκλησίας Οριόλ, για τον ρόλο του στις θρησκευτικές συγκεντρώσεις της εκκλησίας.
(b) If a ministerial servant is appointed as a temporary assistant congregation servant, would he be viewed as one of the congregation's judicial committee?
(β) Αν ένας διακονικός υπηρέτης διορίζεται προσωρινά ως βοηθός υπηρέτου εκκλησίας θεωρείται έτσι ως ένα μέλος της δικαστικής επιτροπής της εκκλησίας;?
It was there that I met one of the congregation's members, Chris.
Εκεί συναντήσαμε και ένα μέλος της λέσχης, τον Χρήστο.
The photo is from the congregation's Facebook page and is used with permission.
Η φωτογραφία είναι από τον λογαριασμό της στο Facebook και χρησιμοποιείται με άδεια.
The responsibility to help others is certainly not limited to times when the congregation's peace and unity are threatened.
Η ευθύνη της υποβοήθησης άλλων δεν περιορίζεται βεβαίως στις περιπτώσεις κατά τις οποίες απειλείται η ειρήνη και η ενότητα της εκκλησίας.
booklets containing such sermons are ordered and cared for by this ministerial servant at the congregation's literature counter.
που περιέχουν αυτές τις ομιλίες, παραγγέλλονται και τυγχάνουν φροντίδος από τον διακονικό υπηρέτη στο τμήμα βιβλίων της εκκλησίας.
If he seeks support for such ideas by stirring up sympathy among others, the congregation's unity is likely to be sacrificed.
Αν αυτός επιζητήση να υποστηρίξη αυτές τις απόψεις του παίρνοντας με το μέρος του και άλλους, είναι πιθανόν να θυσιασθή η ενότης της εκκλησίας.
he asked me if he could join the congregation's Theocratic School.
μπορούσε να εγγραφή στη Θεοκρατική Σχολή της εκκλησίας.
They should have been willing to suffer personal loss rather than to see the congregation's reputation hurt publicly by some controversy at court.
Έπρεπε να είναι πρόθυμοι να υποστούν προσωπική απώλεια παρά να δουν τη φήμη της εκκλησίας να καταρρακώνεται δημοσία από κάποια διαμάχη σε δικαστήριο.
To satisfy the congregation's spiritual needs, the elders spend hours preparing meeting parts
Για να ικανοποιούν τις πνευματικές ανάγκες της εκκλησίας, οι πρεσβύτεροι δαπανούν ώρες ολόκληρες προετοιμάζοντας μέρη για τις συναθροίσεις
Actually, the one who deliberately does not abide by the congregation's decision puts himself in line to be disfellowshiped for continuing to associate with such one.
Πραγματικά, εκείνος ο οποίος εσκεμμένα δεν συμμορφώνεται με την απόφασι της εκκλησίας προορίζει τον εαυτό του για αποκοπή λόγω συνεχίσεως της συναναστροφής του με αυτόν.
Percent of members of a congregation's largest racial group report having a strong sense of belonging,
Το 75, 5% των μελών της μεγαλύτερης φυλετικής ομάδας της εκκλησίας έχει έντονη αίσθηση ότι ανήκει,
As long as believers remained in union with Christ, the congregation's unshakable foundation, they were certain
Εφόσον οι πιστοί παρέμειναν ενωμένοι με τον Χριστό, που είναι το ακλόνητο θεμέλιο της εκκλησίας, ήσαν βέβαιοι
in rented facilities or elsewhere in some outlying area of the congregation's territory.
αλλού σε κάποια απόμερη περιοχή της εδαφικής περιφέρειας της εκκλησίας.
there was once a great disturbance in its congregation's faith, and Paul indicated that this was because of false brethren secretly brought in the Church.
υπήρξε κάποτε μεγάλη αναταραχή στην πίστη του ποιμνίου της, και ο Παύλος ανέφερε ότι αυτό έγινε λόγω των ψεύτικων αδελφών που κρυφά εισήλθαν στην Εκκλησία.
subtle in their schemes, seeking to influence the congregation's service committee by working up a sort of“congregation opinion.”.
πανούργοι στα σχέδιά των, ζητώντας να επηρεάσουν την υπηρεσιακή επιτροπή της εκκλησίας με το να επεξεργάζωνται ένα είδος«εκκλησιαστικής γνώμης».
Each month, the brother who cares for the congregation's accounts prepares a financial report, which is read to the congregation..
Κάθε μήνα, ο αδελφός που φροντίζει για τους λογαριασμούς της εκκλησίας προετοιμάζει μια έκθεση λογαριασμών, η οποία διαβάζεται στην εκκλησία..
She must deal directly with the congregation's supervisory committee and must satisfy it by taking the necessary steps to be fully taken back into the congregation..
Πρέπει αυτή να διαπραγματευθή απ' ευθείας με την εποπτεύουσα επιτροπή της εκκλησίας και πρέπει να την ικανοποιήση κάνοντας τα αναγκαία βήματα για να ληφθή πάλι πλήρως στην εκκλησία..
Results: 1382, Time: 0.036

Top dictionary queries

English - Greek