CONTINUOUS WAVE in Greek translation

[kən'tinjʊəs weiv]
[kən'tinjʊəs weiv]
συνεχές κύμα
συνεχών κυμάτων
συνεχούς κύματος
σταθερών κυμάτων
continuous wave

Examples of using Continuous wave in English and their translations into Greek

{-}
  • Colloquial category close
  • Official category close
  • Medicine category close
  • Ecclesiastic category close
  • Financial category close
  • Official/political category close
  • Computer category close
The Berylas series of continuous wave lasers is designed with 15watts 810nm,
Η σειρά Berylas λέιζερ συνεχών κυμάτων σχεδιάζεται με 15watts 810nm, 980 NM
He developed a magnetic wire recorder called the telegraphone in 1898 and the first continuous wave radio transmitter, the Poulsen arc transmitter,
Ανέπτυξε ένα(α) μαγνητικό καλώδιο οργάνων καταγραφής που ονομάζεται Τελεγράφωνο το 1898 καθώς και(β) το πρώτο συνεχές κύμα ραδιοομπού, τη Πούλσεν Αρκ- συσκευή αποστολής σημάτων,
much higher than would be produced by the same laser if it were operating in a continuous wave(constant output) mode.
μέγιστη δύναμη, πολύ υψηλότερος από θα παραγόταν από το ίδιο λέιζερ εάν λειτουργούσε σε έναν τρόπο συνεχών κυμάτων(σταθερή παραγωγή).
0.1 to 60 Watts in Cherylas 60F/J model, continuous wave or pulsed model is optional.
1 έως 30 Watt στο πρότυπο Cherylas30F/J, και 0, 1 έως 60 Watt στο πρότυπο, συνεχές κύμα Cherylas 60F/J ή το παλόμενο πρότυπο είναι προαιρετικά.
much higher than would be produced by the same laser if it were operating in a continuous wave(constant output) mode.
μέγιστη δύναμη, πολύ υψηλότερος από θα παραγόταν από το ίδιο λέιζερ εάν λειτουργούσε σε έναν τρόπο συνεχών κυμάτων(σταθερή παραγωγή).
The rush of curious visitors has been so enormous that workers at the church say that they have had to keep the building open around the clock in order to accommodate the continuous wave of visitors.
Η βιασύνη των περίεργων επισκεπτών ήταν τόσο τεράστια που οι εργαζόμενοι στην εκκλησία λένε ότι έπρεπε να κρατήσουν το κτίριο ανοιχτό όλο το εικοσιτετράωρο για να φιλοξενήσουν το συνεχές κύμα επισκεπτών.
The technique produces light pulses with very high power- much higher than would be produced by the same laser operating in a constant output(continuous wave) mode.
Η τεχνική επιτρέπει την παραγωγή των ελαφριών σφυγμών με την εξαιρετικά υψηλή(gigawatt) μέγιστη δύναμη, πολύ υψηλότερος από θα παραγόταν από το ίδιο λέιζερ εάν λειτουργούσε σε έναν τρόπο συνεχών κυμάτων(σταθερή παραγωγή).
emitting a continuous wave at a 980nm(near infra-red wavelength)
εκπέμποντας ένα συνεχές κύμα σε ένα 980nm(κοντά στο υπέρυθρο μήκος κύματος)
with choice of modes from continuous wave(CW); single pulse
με την επιλογή των τρόπων από το συνεχές κύμα το(CW) ενιαίος σφυγμός
Continuous Wave.
Συνεχών κυμάτων.
In a continuous wave.
Στα συνεχόμενα κύματά της.
GSM network emits continuous wave pulses.
Το δίκτυο GSM εκπέμπει συνεχείς παλμούς κύματος.
Chemical lasers can reach continuous wave output with power reaching to megawatt levels.
Τα χημικά λέιζερ μπορούν να φτάσουν σε συνεχή παραγωγή κυμάτων με ισχύ που φτάνει σε μεγαβάτ επίπεδα.
For continuous wave output, the doping is significantly lower than for pulsed lasers.
Για συνεχή παραγωγή κύμα, το ντόπινγκ είναι σημαντικά χαμηλότερο από ό, τι για παλμικά λέιζερ.
Continuous wave lasers emit a steady beam for as long as the laser medium is excited.
Τα συνεχή κύματα λέιζερ εκπέμπουν σταθερή δέσμη για όσο χρονικό διάστημα το μέσο λέιζερ διεγείρεται.
Theoretical and practical demonstration of the technique of continuous wave of warm gutta-percha”(March 14, 1998).
Θεωρητική και πρακτική επίδειξη της τεχνικής συνεχούς κύματος ζεστής γουταπέρκας»(14 Μαρτίου 1998).
consequently they are the most powerful continuous wave(CW) lasers.
συνεπώς είναι τα ισχυρότερα λέιζερ συνεχών κυµάτων(CW).
This is further aggravated by the continuous wave movements of the sea,
Αυτό επιδεινώνεται περαιτέρω από τις συνεχείς κυματικές κινήσεις της θάλασσας,
rather than isolated sections of a continuous wave.
αντί για μεμονωμένα τμήματα συνεχούς κύματος.
A laser is a device that emits one single continuous wave of electromagnetic radiation, used to cut,
Τα laser είναι συσκευές που εκπέμπουν μία μονήρη συνεχούς μήκους κύματος ηλεκτρομαγνητική ακτινοβολία που χρησιμοποιείται για να κόψει,
Results: 118, Time: 0.0419

Word-for-word translation

Top dictionary queries

English - Greek