DO STUFF in Greek translation

[dəʊ stʌf]
[dəʊ stʌf]
κάνεις διάφορα
να κάνω δουλειά
work to do
to do business
to do the work
make it work
do stuff

Examples of using Do stuff in English and their translations into Greek

{-}
  • Colloquial category close
  • Official category close
  • Medicine category close
  • Ecclesiastic category close
  • Financial category close
  • Official/political category close
  • Computer category close
You can't do stuff on your own.
Δεν μπορείς να κάνεις πράγματα μόνος σου.
You can do stuff to me and, you know.
Μπορείς να μου κάνεις διάφορα και ξέρεις.
She makes me do stuff and then shouts'cause I did it wrong.
Με βάζει να κάνω πράγματα, και μετά φωνάζει γιατί τα έκανα λάθος.
I will let you do stuff to me!
Θα σε αφήσω να μου κάνεις πράγματα!
I can do stuff without you!
Μπορώ να κάνω πράγματα και χωρίς εσένα!
Do stuff.
Να κάνω διάφορα.
We can do stuff together.
Μπορούμε να κάνουμε πράγματα μαζί.
I can do stuff, It was you, alright.
Μπορώ να κάνω πράγματα. Εσύ το έκανες, σωστά;
It makes me do stuff.
Με αναγκάζει να κάνω πράγματα.
So I can do stuff like my dad.
Ώστε να μπορώ να κάνω πράγματα όπως εκείνος.
We should do stuff like this more often.
Θα έπρεπε να κάνουμε πράγματα σαν αυτό εδώ πιο συχνά.
I can't just do stuff with another guy.
Δεν μπορώ απλά να κάνω διάφορα με έναν άλλον άντρα.
Chicken soup might do stuff… but lots more research is required," Rennard said.
Η κοτόσουπα μπορεί να κάνει διάφορα, αλλά απαιτούνται πολύ περισσότερες έρευνες», δήλωσε ο Rennard.
You know what I'm sayin'? I didn't mean you couldn't do stuff.
Δεν εννοούσα ότι δεν μπορείς να κάνεις πράγματα.
So preparedness means that we can do stuff.
Άρα η προετοιμασία σημαίνει ότι μπορούμε να κάνουμε πράγματα.
Let other folks do stuff.
Άφησε τους άλλους να κάνουν πράγματα.
We can, like, hang out and do stuff together.
Μπορούμε, όπως, μία παρέα να κάνουμε πράγματα μαζί.
I wanna learn how to make boys do stuff.
Θέλω να μάθω πως να κάνω τα αγόρια να κάνουν πράγματα.
Then I found I could do stuff.
Μετά ανακάλυψα, ότι μπορούσα να κάνω διάφορα.
but I can do stuff.
αλλά μπορώ να κάνω πράγματα.
Results: 91, Time: 0.0529

Word-for-word translation

Top dictionary queries

English - Greek