EXISTENTIALLY in Greek translation

ὑπαρξιακά
υπαρξιακώς
υπαρκτικά

Examples of using Existentially in English and their translations into Greek

{-}
  • Colloquial category close
  • Official category close
  • Medicine category close
  • Ecclesiastic category close
  • Financial category close
  • Official/political category close
  • Computer category close
But the spirit of man, having experienced his resurrection and come near existentially to eternity, is even further persuaded that tragedy
Αλλά το Πνεύμα που γεύτηκε την ανάσταση και πλησίασε υπαρκτικά την αιωνιότητα, ακόμα περισσότερο πείθεται ότι η τραγωδία
intellectually and existentially, of the word“interpret”.
διανοητική και υπαρξιακή, της λέξης ερμηνεία.
bridges the created members with the uncreated divinity of the theanthropic Head of the mystical body of the Church, charismatically and existentially(ontologically).
γεφυρώνει χαρισματικώς και υπαρξιακώς(οντολογικώς) τα κτιστά μέλη με την άκτιστη θεότητα της Θεανθρώπινης Κεφαλής του μυστηριακού σώματος της Εκκλησίας.
Existentially Closed Structures.
Πρέπει να υπάρχουν κλειστές δομές.
Existentially Closed Structures.
Υπάρχουν κλειστές δομές.
That is existentially inaccurate-- All right!
Αυτό είναι σχετικά ανακριβές… Εντάξει!
Existentially? Like fulfillment, inner peace, that kind of a thing?
Εννοείτε υπαρξιακά, την ολοκλήρωση, την εσωτερική γαλήνη τέτοια πράγματα;?
It makes no difference if you see their furious scurryings existentially or traditionally.
Δεν έχει σημασία αν θα δει κανείς το ξέφρενο βηματισμό τους υπαρξιακά ή παραδοσιακά.
Existentially, I don't feel like I'm doing a terrible job.
Δύσκολο, γενικά δεν είναι ότι νιώθω πως κάνω κάποιο φοβερό έργο.
two nations with tense relations that seem existentially at odds.
Δύο έθνη με τεταμένες σχέσεις που μοιάζουν να αντιμάχονται από πάντα.
Groups which feel existentially oppressed will not hesitate to bomb whatever parts of society they see as oppressive.
Ομάδες που θεωρούν την κοινωνία μας καταπιεστική και εννοώ υπαρξιακά καταπιεστική δε θα διστάσουν να ρίξουν βόμβες σ'αυτό που θεωρούν ως άκαμπτη νοοτροπία της κοινωνίας.
but elsewhere, both existentially and geographically.
όχι μόνο γεωγραφικά αλλά υπαρξιακά άλλον.
Luckily, for those who find this state of affairs philosophically(or existentially) perplexing,
Ευτυχώς, για εκείνους που βρίσκουν αυτή την κατάσταση φιλοσοφικά(ή υπαρξιακά) περίπλοκη,
but are existentially and ontologically accessible to human nature through redemption.
αλλά είναι υπαρξιακά και οντολογικά προσιτά στην ανθρώπινη φύση διαμέσου της λυτρώσεως.
Our union with Christ does not take place in an abstract way, but existentially and spiritually, and it is experienced psychosomatically.
Η ένωσή μας με τον Χριστό δεν γίνεται με αφηρημένο τρόπο, αλλά υπαρξιακά και πνευματικά, και βιώνεται ψυχοσωματικά.
non-theological pastoral ministry to people who are mentally and existentially hurting and wounded.
αθεολόγητη ποιμαντική στον άνθρωπο που είναι ψυχικά και υπαρξιακά τραυματισμένος και πληγωμένος.
but also existentially.
όχι μόνον λογικά, αλλά υπαρξιακά.
Existentially such overcare is probably attributable to the Paradise Trinity,
Υπαρξιακά, η υπερφροντίδα αυτή μπορεί να αποδοθεί στην Αγία Τριάδα του Παραδείσου,
This level is Trinity attained, existentially, by the Paradise Deities,
Το επίπεδο αυτό έχει κατακτηθεί από την Τριάδα, υπαρξιακά, από τις Θεότητες του Παραδείσου,
it is necessary for it to also be verified existentially.
είναι οντολογικώς απόλυτη, πλην όμως οφείλει να επαληθεύεται, και υπαρξιακά.
Results: 143, Time: 0.0406

Existentially in different Languages

Top dictionary queries

English - Greek