Examples of using Higher quantities in English and their translations into Greek

{-}
  • Colloquial category close
  • Official category close
  • Medicine category close
  • Ecclesiastic category close
  • Financial category close
  • Official/political category close
  • Computer category close
carry up to 5g, with higher quantities being allowed for medical use.
να μεταφέρουν μέχρι 5g, με υψηλότερες ποσότητες οπού επιτρέπονται για ιατρική χρήση.
SizeGain Plus is a nutritional supplement that provides no better results if you take it in higher quantities, so the important thing is being constant
Το SizeGain Plus είναι ένα συμπλήρωμα διατροφής που βελτιώνει τα αποτελέσματα όταν λαμβάνετε σε μεγάλες ποσότητες, το σημαντικό πράγμα είναι να είστε συνεπής
Studies have shown that high levels of cortisol stress hormone are found in higher quantities in the body of depressed people,
Μελέτες έχουν δείξει ότι τα υψηλά επίπεδα της κορτιζόλης, της ορμόνης του στρες, που βρίσκεται σε μεγάλες ποσότητες στο σώμα των ανθρώπων με κατάθλιψη,
However, GRP78 is available in higher quantities in pancreatic cancer cells,
Ωστόσο, η GRP78 είναι διαθέσιμη σε μεγαλύτερες ποσότητες στα καρκινικά κύτταρα του παγκρέατος,
it provides higher quantities of extracts in the same unit of time,
παρέχει υψηλότερες ποσότητες εκχυλισμάτων στην ίδια μονάδα χρόνου,
those volunteers who took in the higher quantities of calcium shed one of the most body weight
τους εθελοντές που κατανάλωναν τις μεγαλύτερες ποσότητες ασβεστίου ρίξει ένα από τα πιο σωματικό βάρος
which is produced in much higher quantities in men than women.
την ορμόνη η οποία παράγεται σε πολύ μεγαλύτερες ποσότητες στους άνδρες από ότι στις γυναίκες.
should be avoided during pregnancy, researches examined the effect higher quantities can have on baby.
μαζί με τη ζάχαρη εν γένει, πρέπει να αποφεύγονται κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης, ερευνητές εξέτασαν το αποτέλεσμα που μπορούν να έχουν υψηλότερες ποσότητες στο μωρό.
fatty meats may also contain higher quantities of EDCs, particularly in the fatty part of the animals,
των λιπαρών κρέατων, μπορούν επίσης να περιέχουν υψηλότερες ποσότητες EDC, ιδίως στο λιπαρό μέρος των ζώων,
is important since it can buy in higher quantities thus reducing transport costs.
έτσι μπορεί να αγοράζει σε μεγαλύτερες ποσότητες μειώνοντας το κόστος μεταφοράς.
research is now exploring the specific mechanisms that prompt the body to produce it in higher quantities.
η έρευνα έχει πλέον τη διερεύνηση των συγκεκριμένων μηχανισμών που ζητούν από το σώμα για να το παράγουν σε μεγαλύτερες ποσότητες.
fatty meats may also contain higher quantities of EDCs, particularly in the fatty part of the animals.
των λιπαρών κρέατων, μπορούν επίσης να περιέχουν υψηλότερες ποσότητες EDC, ιδίως στο λιπαρό μέρος των ζώων, ανάλογα με το πού τα ζώα αυτά αλιεύθηκαν ή παράχθηκαν.
which results in video being consumed on all types of devices and in higher quantities, both at home and on the move.
γεγονός που συμβάλλει στην κατανάλωση βίντεο σε διάφορους τύπους συσκευών και σε μεγαλύτερες ποσότητες, τόσο στο σπίτι όσο και εν κινήσει.
which can also be available in higher quantities than the currently forecasted demand comp.
που μπορούν να είναι διαθέσιμα σε υψηλότερες ποσότητες, απ ο, τι στην επι του παρόντος προβλεπόμενη ζήτηση.
It's found in high quantities in our brain and other tissues.
Βρίσκεται σε μεγάλες ποσότητες στον εγκέφαλό μας και σε άλλους ιστούς.
The highest quantities of medicines were found in cow's milk.
Οι μεγαλύτερες ποσότητες φαρμάκων βρέθηκαν στο αγελαδινό γάλα.
Salt in high quantities.
Το αλάτι, σε μεγάλες ποσότητες.
The highest quantities of drug residues and hormones were found in cow's milk.
Οι υψηλότερες ποσότητες φαρµάκων βρέθηκαν στο γάλα της αγελάδας.
Such meat also contains high quantities of sodium.
Αυτά τα κρέατα περιέχουν επίσης μεγάλες ποσότητες νατρίου.
The highest quantities of medicines were found in cow's milk.
Οι υψηλότερες ποσότητες φαρμάκων βρέθηκαν στο γάλα… της αγελάδας.
Results: 46, Time: 0.0369

Word-for-word translation

Top dictionary queries

English - Greek