PRIMARY ACTIVITY in Greek translation

['praiməri æk'tiviti]
['praiməri æk'tiviti]
πρωταρχική δραστηριότητα
η πρωτεύουσα δραστηριότητά
πρωταρχική δράση
αρχική δραστηριότητα

Examples of using Primary activity in English and their translations into Greek

{-}
  • Colloquial category close
  • Official category close
  • Medicine category close
  • Ecclesiastic category close
  • Financial category close
  • Official/political category close
  • Computer category close
This aims to prevent turning this type of services in the primary activity of transport companies, particularly Eastern European ones.
Αυτό έχει ως στόχο να εμποδίσει την μετατροπή αυτών των υπηρεσιών στην κύρια δραστηριότητα των μεταφορικών εταιριών ιδίως της Ανατολικής Ευρώπης.
Pottery is their primary activity. You can find that out after taking a walk to the village square, where they exhibit their famous products.
Η αγγειοπλαστική είναι κύρια δραστηριότητά τους και μπορεί κανείς να υποθέσει ότι, αφού μια βόλτα στην πλατεία του χωριού, όπου παρουσιάζουν διάσημα προϊόντα τους.
partly for their own use as an activity which supports their primary activity.
εν μέρει για δική τους χρήση ως δραστηριότητα που στηρίζει την κύρια δραστηριότητά τους.
AIR CONDITIONING For more than 30 years HVAC has been the group's primary activity and has supported our growth, our choices and our greatest successes.
Για περισσότερα από 30 χρόνια ο κλιματισμός αποτελεί την κυριότερη δραστηριότητα του ομίλου και έχει στηρίξει την ανάπτυξη μας, τις επιλογές μας, αλλά και τις κυριότερες επιτυχίες μας.
The Group's primary activity- the development
Η πρωτεύουσα δραστηριότητά του Ομίλου- η ανάπτυξη
institutions whose sole or primary activity was commercial, such as Seventh-day Adventist-owned food company Sanitarium,
ιδρύματα των οποίων η αποκλειστική ή κύρια δραστηριότητα έχει εμπορικό χαρακτήρα όπως για παράδειγμα η εταιρεία Sanitarium,
Being a member of the Marinopoulos Group, Famar's primary activity is to produce products for third parties,
Βασική δραστηριότητα της Famar, μέλους του ομίλου Μαρινόπουλος,
parents need to guantee that computer video games should not their kid's primary activity or type of leisure.
στις πολυάσχολες μητέρες και γονείς, οι γονείς πρέπει να βεβαιωθούν ότι τα παιχνίδια στον υπολογιστή δεν είναι η κύρια δραστηριότητα ή μορφή ψυχαγωγίας του παιδιού τους.
VIEW DETAILS Reinforcing steel bars and steel products are a traditional and primary activity of the company which makes it one of the main suppliers of the construction industry.
Το οικοδομικό σίδηρο και προϊόντα σιδήρου είναι η παραδοσιακή και πρωταρχική δραστηριότητα της εταιρείας, τα οποία την έχουν εγκαθιδρύσει ως ένα από τους κυριότερους προμηθευτές οικοδομικού σιδήρου στην οικοδομική βιομηχανία.
which has an Education as its primary activity in Albania.
η οποία έχει μια εκπαίδευση ως βασική δραστηριότητα της στην Αλβανία.
This subsector comprises establishments whose primary activity is the construction of entire engineering projects(e.g., highways and dams), and specialty trade contractors, whose primary activity is the production of a specific component for such projects.
Η βιομηχανία αυτή αποτελείται κυρίως από δύο τομείς:«εγκαταστάσεις των οποίων η κύρια δραστηριότητα είναι η κατασκευή ολόκληρων μηχανικών έργων(π.χ. αυτοκινητοδρόμων και φραγμάτων) και εργολάβοι ειδικού εμπορίου, των οποίων η κύρια δραστηριότητα είναι η παραγωγή ειδικού συνιστώσα για τέτοια έργα".
service different from the primary activity or service that you are requesting.
υπηρεσία διαφορετική από την κύρια δραστηριότητα ή υπηρεσία που ζητάτε.
analyzing data as their primary activity)- up 2.6% from our measurement in 2015- which could come to 10.4 million in 2020 according to the High-Growth Scenario.
δεδομένων το 2016(δηλ. οι εργαζόμενοι που συλλέγουν, αποθηκεύουν, διαχειρίζονται και αναλύουν δεδομένα ως την κύρια δραστηριότητά τους)- αύξηση 2,6% σε σχέση με το 2015-.
service different from the primary activity or service that you are requesting.
υπηρεσία διαφορετική από την κύρια δραστηριότητα ή υπηρεσία που έχετε ζητήσει.
The primary activity of the Institute is to provide,
Η πρωταρχική δραστηριότητα του ιδρύματος είναι να παράσχει,
This industry is comprised primarily of two sectors,"establishments whose primary activity is the construction of entire engineering projects(e.g. highways and dams), and specialty trade contractors, whose primary activity is the production of a specific component for such projects," according to the Bureau of Labor Statistics.
Η βιομηχανία αυτή αποτελείται κυρίως από δύο τομείς:«εγκαταστάσεις των οποίων η κύρια δραστηριότητα είναι η κατασκευή ολόκληρων μηχανικών έργων(π.χ. αυτοκινητοδρόμων και φραγμάτων) και εργολάβοι ειδικού εμπορίου, των οποίων η κύρια δραστηριότητα είναι η παραγωγή ειδικού συνιστώσα για τέτοια έργα", σύμφωνα με το Γραφείο Στατιστικών Εργασίας.
service different from the primary activity or service that you are requesting.
υπηρεσία διαφορετική από την κύρια δραστηριότητα ή υπηρεσία που ζητάτε.
If technology becomes your kid's primary activity, if your kid spends hours a day gaming
Εάν η τεχνολογία γίνεται η κύρια δραστηριότητα του παιδιού σας, αν το παιδί σας ξοδεύει ώρες την ημέρα παίζοντας
as well as the primary activity of Cool Hunting,
καθώς και την κύρια δραστηριότητα του Cool κυνήγι,
Vessels holding a special fishing permit and whose primary activity is fishing for common shrimp,
Αλιευτικά σκάφη των οποίων η βασική δραστηριότητα είναι η αλιεία σταχτογαρίδας(Crangon crangon), επιτρέπεται να χρησιμοποιούν
Results: 64, Time: 0.0341

Word-for-word translation

Top dictionary queries

English - Greek