QUADRUPLING in Greek translation

[kwɒ'druːpliŋ]
[kwɒ'druːpliŋ]
τετραπλασιασμό
quadrupling
τετραπλασιάζοντας
τετραπλασιασμού
quadrupling
τετραπλασιασμός
quadrupling
τετραπλάσιος
quadruple
four times

Examples of using Quadrupling in English and their translations into Greek

{-}
  • Official category close
  • Colloquial category close
  • Medicine category close
  • Ecclesiastic category close
  • Financial category close
  • Official/political category close
  • Computer category close
Ended with a truly incredible financial milestone as Under Armour surpassed $1 billion in annual revenue almost quadrupling revenues in a five-year period.- Under Armour.
Το 2010 έκλεισε με ένα πραγματικά απίστευτο οικονομικό ορόσημο καθώς η Under Armour ξεπέρασε το 1 δις δολάρια σε ετήσια έσοδα, σχεδόν τετραπλασιασμός σε μια περίοδο πέντε ετών.
gamble their winnings on doubling, quadrupling, tripling, or losing their amassed spins.
κέρδη τους για διπλασιασμό, τριπλασιασμό, τετραπλασιασμό ή να χάσουν τα συσσωρευμένα spin τους.
and frequency quadrupling, respectively.
τριπλασιασμό συχνότητας και τετραπλασιασμό συχνότητας, αντίστοιχα.
becoming the first"killer app" and quadrupling the console's sales.
να γίνει η πρώτη μεγάλη επιτυχία και τετραπλασιασμό των πωλήσεων της κονσόλας.
The 1980 Atari 2600 version was the first official licensing of an arcade game and became the first“killer app” for video game consoles by quadrupling the system's sales.
Το 1980, η εκδοχή του για το Atari 2600 τετραπλασίασε τις πωλήσεις του και έγινε το πρώτο"killer app"(ελλ.: δολοφονική εφαρμογή) για τις κονσόλες βιντεοπαιχνιδιών.
The 1980 Atari 2600 version was the first official licensing of an arcade game for consoles and became the first"killer app" for video game consoles after quadrupling the system's sales.
Το 1980, η εκδοχή του για το Atari 2600 τετραπλασίασε τις πωλήσεις του και έγινε το πρώτο"killer app"(ελλ.: δολοφονική εφαρμογή) για τις κονσόλες βιντεοπαιχνιδιών.
with Botox quadrupling in popularity.
με τη χρήση του Botox να τετραπλασιάζεται.
with Botox quadrupling in popularity.
με τη χρήση του Botox να τετραπλασιάζεται.
the 1994 omnibus crime bill, and the tripling and quadrupling of prison sentences.
που ξεκίνησε ο Μπιλ Κλίντον με το νομοσχέδιο για το έγκλημα του 1994, και τον τριπλασιασμό και τετραπλασιασμό των ποινών φυλάκισης.
Italy and Greece achieve impressive improvements since the 1990s, in some cases quadrupling figures for secondary treatment.
να επιτύχουν θεαματικές βελτιώσεις από τον καιρό της δεκαετίας του 1990, τετραπλασιάζοντας σε ορισμένες περιπτώσεις τα αριθμητικά δεδομένα της δευτεροβάθμιας επεξεργασίας.
reflecting a quadrupling of private sector debt between 2004
γεγονός που αντικατοπτρίζει τον τετραπλασιασμό του χρέους του ιδιωτικού τομέα μεταξύ 2004
In the face of a quadrupling in the number of sites between 2003
Δεδομένου του τετραπλασιασμού του αριθμού δικτυακών τόπων μεταξύ 2003
reflecting a quadrupling of private sector debt between 2004
γεγονός που αντικατοπτρίζει τον τετραπλασιασμό του χρέους του ιδιωτικού τομέα μεταξύ 2004
These enhancements include doubling the fabric capacity, quadrupling bandwidth to the server,
Στις παραπάνω καινοτομίες περιλαμβάνεται ο διπλασιασμός της χωρητικότητας του ιστού, ο τετραπλασιασμός του bandwidth στον server,
The 1973 oil crisis brought a quadrupling of oil prices by OPEC coupled with high government spending due to the Vietnam War(1959-75) led to stagflation in the United States.
Κρίση του 1973 το πετρέλαιο1973- ένας τετραπλασιασμός των τιμών του πετρελαίου από τον ΟΠΕΚ σε συνδυασμό με τις υψηλές δημόσιες δαπάνες, λόγω του πολέμου του Βιετνάμ οδηγεί σε στασιμοπληθωρισμό στις Ηνωμένες Πολιτείες.
The environmental changes in the last 20 years have seen increases in the human environment of petro-chemicals- air transport- quadrupling of motor vehicles,
Οι περιβαλλοντικές αλλαγές τα τελευταία 20 χρόνια έχουν σημειώσει αυξήσεις των χημικών στο ανθρώπινο περιβάλλον από το πετρέλαιο, με τη μεταφορά μέσω του αέρα, τετραπλασιασμός των μηχανοκίνητων οχημάτων,
with the value of deals in Singapore nearly quadrupling, to $453 million,
με την αξία των συναλλαγών στη Σιγκαπούρη να τετραπλασιάζεται στα $453 εκατ.,
show significant improvement in Member States' performance, with the number of compliant countries quadrupling compared to the initial projections based on the Spring Forecast 2017.
τελική αξιολόγηση της συμμόρφωσης, μαρτυρούν σημαντική βελτίωση στις επιδόσεις των κρατών μελών, με τετραπλασιασμό του αριθμού των χωρών που συμμορφώθηκαν σε σύγκριση με τις αρχικές προβολές βάσει της εαρινής πρόβλεψης του 2017.
more than triple the Cesarean rate, and a quadrupling of the maternal complication rate,
τριπλάσιο ποσοστό να καταλήξουν σε καισαρική τομή και τετραπλασιασμό των διάφορων επιπλοκών στις ίδιες,
given the quadrupling of Azerbaijani military capacity
δεδομένου του τετραπλασιασμού της στρατιωτικής ικανότητας του Αζερμπαϊτζάν
Results: 68, Time: 0.0805

Top dictionary queries

English - Greek