ROUNDED in Greek translation

['raʊndid]
['raʊndid]
στρογγυλό
round
globose
strongylos
στρογγυλευμένες
rounded
στρογγυλεμένων
rounded
στρογγυλευμένο
rounded
στρογγυλευμένη
rounded
στρογγυλοποιημένη
rounded
στρογγυλοποιημένα
rounded
στρογγυλοποιημένος
στρογγυλεμένους
στρογγυλεμένοι
στρογγυλεύεται
στρογγυλοποιημένοι
στρογγυλοποιημένες
στρογγυλεύονται
στρογγυλοποιημένων

Examples of using Rounded in English and their translations into Greek

{-}
  • Colloquial category close
  • Official category close
  • Medicine category close
  • Ecclesiastic category close
  • Financial category close
  • Official/political category close
  • Computer category close
Rounded corner design,
Στρογγυλευμένο σχέδιο, λεπτός,
Tunic neckline and rounded hem. Floral All-Overprint.
Λούτρινο λαιμό και στρογγυλό στρίφωμα. Floral print all-over.
soft and rounded bristles for gentle
απαλών, και στρογγυλεμένων ινών για απαλό
nylon toothbrush with rounded hair.
νάιλον οδοντόβουρτσα με στρογγυλεμένες τρίχες.
(c)The SAE is expressed in kWh/a and rounded to two decimal places.
Η SAE εκφράζεται σε kWh/έτος και στρογγυλοποιείται στο δεύτερο δεκαδικό ψηφίο.
In the analysis, the percentages are rounded to.
Σύμφωνα με τα παραπάνω ποσοστά γίνεται στρογγυλοποίηση.
Atraumatic soft rounded beveled tip.
Ατραυματική μαλακή στρογγυλευμένη λοξευμένη άκρη.
Large, rounded end to apply force without hurting the palm of the hand.
Μεγάλη και στρογγυλοποιημένη για να ασκεί δύναμη χωρίς να τραυματίζει την παλάμη του χεριού.
Rounded edges for safety.
Στρογγυλευμένες άκρες για την ασφάλεια.
Balanced and rounded mouth and long- lasting aftertaste. Wine Colour.
Στο στόμα ισορροπημένο και στρογγυλό με μεγάλης διάρκειας επίγευση. Χρώμα Κρασιού.
They have broad, slightly rounded head, well developed lips
Έχουν ευρύ, ελαφρώς στρογγυλευμένο κεφάλι, και ανέπτυξε τα χείλη
Corners can be rounded or square.
Γωνίες μπορούν να είναι στρογγυλεμένες ή τετράγωνο.
You need to have a large number of small rounded stones.
Πρέπει να έχετε μεγάλο αριθμό μικρών στρογγυλεμένων πετρών.
Title: Arches and rounded roof.
Τίτλου: Καμάρες και στρογγυλοποιείται στην οροφή.
Regions appear as rounded rectangles in the Tracks area.
Οι περιοχές εμφανίζονται ως στρογγυλοποιημένα ορθογώνια στα κομμάτια στην περιοχή«Κανάλια».
Atraumatic rounded closed tip with two
Ατραυματική στρογγυλευμένη κλειστή άκρη με δύο
Rounded Ball corners.
Στρογγυλευμένες γωνίες σφαιρών.
Cross body bag with rounded metal button- Spanaki.
Τσάντα από περιοδικό με στρογγυλό μεταλλικό κούμπωμα- Spanaki.
Simple, compact and rounded design.
Απλό, συμπαγές και στρογγυλευμένο σχέδιο.
It can be straight or rounded.
Μπορεί να είναι ευθεία ή στρογγυλεμένες.
Results: 2524, Time: 0.0787

Top dictionary queries

English - Greek