SHE DIDN'T COMMIT in Greek translation

[ʃiː 'didnt kə'mit]
[ʃiː 'didnt kə'mit]
δεν έκανε
i never do
i don't do
i'm not doing
i don't make
i'm not making
i don't have
i can't do
i won't do
i don't get
i'm not

Examples of using She didn't commit in English and their translations into Greek

{-}
  • Colloquial category close
  • Official category close
  • Medicine category close
  • Ecclesiastic category close
  • Financial category close
  • Official/political category close
  • Computer category close
is arrested for a gruesome murder she says she didn't commit.
Λάρα(Ελίζαμπεθ Μπανκς), συλλαμβάνεται για ένα φόνο που ισχυρίζεται πως δεν έχει διαπράξει.
is arrested for a gruesome murder she says she didn't commit.
Λάρα, συλλαμβάνεται για ένα φόνο που ισχυρίζεται πως δεν έχει διαπράξει.
is arrested for a gruesome murder she says she didn't commit.
Λάρα(Ελίζαμπεθ Μπανκς), συλλαμβάνεται για ένα φόνο που ισχυρίζεται πως δεν έχει διαπράξει.
is arrested for a murder she says she didn't commit.
συλλαμβάνεται για ένα φόνο που ισχυρίζεται πως δεν έχει διαπράξει.
is arrested for a murder she says she didn't commit.
συλλαμβάνεται για ένα φόνο που ισχυρίζεται πως δεν έχει διαπράξει.
You maliciously prosecute my mother for a crime she didn't commit, indulge in an inappropriate relationship with my brother,
Κυνηγάς με φθόνο τη μητέρα μου, για ένα φόνο που δεν διέπραξε ενδίδεις σε μια απρεπή σχέση με τον αδερφό μου
a genuine survivor who is hunted by a vengeful Preacher for a crime she didn't commit.
η οποία βρίσκεται κυνηγημένη από έναν εκδικητικό ιεροκήρυκα για ένα έγκλημα που ποτέ δεν διέπραξε.
Liz is a genuine survivor who is hunted by a vengeful preacher for a crime she didn't commit.
με πρωταγωνίστρια μια πραγματική επιζώντας, τη Λιζ, η οποία βρίσκεται κυνηγημένη από έναν εκδικητικό ιεροκήρυκα για ένα έγκλημα που ποτέ δεν διέπραξε.
Liz is a genuine survivor who is hunted by a vengeful preacher for a crime she didn't commit.
με πρωταγωνίστρια μια πραγματική επιζώντας, τη Λιζ, η οποία βρίσκεται κυνηγημένη από έναν εκδικητικό ιεροκήρυκα για ένα έγκλημα που ποτέ δεν διέπραξε.
Trapped in a five-year prison sentence for a crime she didn't commit, Matilda has already spent two years behind bars
Παγιδευμένη σε μία 5ετή φυλάκιση, για ένα έγκλημα που δεν έχει διαπράξει κι έχοντας περάσει ήδη δύο χρόνια στη φυλακή,
She will pay a lifelong price for sins she did not commit, however, because it is difficult
Θα πληρώσει ένα δια βίου τίμημα για τις αμαρτίες που δεν διέπραξε, όμως, είναι δύσκολο
She said it's“an irony of history” that she would be judged for crimes she did not commit, by people accused of serious crimes.
Μάλιστα χαρακτήρισε«ειρωνεία της ιστορίας» το γεγονός ότι δικάζεται για εγκλήματα που δεν διέπραξε, από ανθρώπους που κατηγορούνται για σοβαρά εγκλήματα.
After years of imprisonment for a crime she did not commit, the beautiful widow Alicia Guardiola returns to claim her twin boys,
Μετά απο πολύχρονη φυλάκιση για ενα έγκλημα που δεν διέπραξε, η όμορφη χήρα Alicia Guardiola επιστρέφει για να διεκδικήσει τα δίδυμα αγόρια της,
to hit New York, but is forced to go on the run when she is framed for crimes she did not commit.
μεγάλο τρομοκρατικό χτύπημα στη Νέα Υόρκη, ενοχοποιείται όμως για εγκλήματα που δεν διέπραξε και αναγκάζεται να τραπεί σε φυγή.
is forced to go on the run when she is framed for crimes she did not commit.
αποτρέψει μια τρομοκρατική επίθεση, αλλά αναγκάζεται να αρχίσει να τρέχει όταν καταζητείται για εγκλήματα που δεν διέπραξε.
I can't let my best friend's mom go down for a murder she didn't commit.
Δεν μπορώ να αφήσω την μητέρα της καλύτερης μου φίλης να πάρει επάνω της ένα φόνο που δεν έκανε.
Maddy could go to jail for a murder she didn't commit.
Η Μάντυ θα μπορούσε να πάει φυλακή, για ένα φόνο που δεν είχε διαπράξει.
She would sent ot prison for a crime she didn't commit.
Στάλθηκε στη φυλακή για ένα έγκλημα που δεν είχε κάνει.
The love of your life stuck behind bars for a crime she didn't commit--.
Ο έρωτας της ζωής σου χωμένος πίσω από τα σίδερα για ένα έγκλημα που δε διέπραξε.
Your wife is rotting in jail for a crime she did not commit.
Η γυναίκα σου σαπίζει στη φυλακή για κάτι που δεν έκανε.
Results: 4773, Time: 0.0479

Word-for-word translation

Top dictionary queries

English - Greek