TWO EXPERIENCES in Greek translation

[tuː ik'spiəriənsiz]
[tuː ik'spiəriənsiz]
δύο εμπειρίες

Examples of using Two experiences in English and their translations into Greek

{-}
  • Colloquial category close
  • Official category close
  • Medicine category close
  • Ecclesiastic category close
  • Financial category close
  • Official/political category close
  • Computer category close
Special climbing geard is used while two experienced climbing trainers guide
Χρησιμοποιείται ειδικός πιστοποιημένος αναρριχητικός εξοπλισμός. Δύο έμπειροι εκπαιδευτές ορειβασίας καθοδηγούν
The two experienced some long distance when Harry pursued his army career while Chelsy was studying in Africa.
Οι δύο έμπειροι κάποια μεγάλη απόσταση όταν ο Χάρι επιδιώκει ο στρατός την καριέρα του, ενώ Chelsy σπούδαζε στην Αφρική.
Two experienced translators, Alexis Kalofolias and Niki Prodromidou,
Ο Αλέξης Καλοφωλιάς και η Νίκη Προδρομίδου, δύο έμπειροι μεταφραστές αγγλόφωνης λογοτεχνίας,
Two experienced and well-recognized lawyers,
Δύο έμπειροι και αναγνωρισμένοι δικηγόροι,
Snake and Jake are two experienced fighters who have decided to challenge the alien invaders.
Το Snake και ο Jake είναι δύο έμπειροι μαχητές που αποφάσισαν να αμφισβητήσουν τους αλλοδαπούς εισβολείς.
While I was there, I met two experienced correctional workers who were also researchers,
Όταν ήμουν εκεί γνώρισα δύο έμπειρους σωφρονιστικούς υπαλλήλους που ήταν επίσης
Emmanuelle and Claire, two experienced fashion designers from France,
H Emmanuelle και η Claire, δύο έμπειρες σχεδιάστριες μόδας από τη Γαλλία,
Gentlemen, I would like you to meet the two experienced astronauts… who will accompany the winner into space.
Κύριοι, από δω οι δύο έμπειροι αστροναύτες που θα συνοδεύσουν τον νικητή στο διάστημα.
Ice Business always supplies one or two experienced ice-masters to supervise laying out
Η Ice Arena σας παρέχει πάντοτε έναν ή δύο έμπειρους ειδικούς που επιτηρούν την τοποθέτηση
Equipped with nets and poles, two experienced workers take around ten minutes to harvest the fruit from each tree.
Εξοπλισμένοι με δίχτια και κοντάρια, δύο έμπειροι εργάτες χρειάζονται περίπου δέκα λεπτά για να συλλέξουν τους καρπούς από κάθε δέντρο.
I saw five physicians over an eight-month period until two experienced doctors looked in my throat
Είδα πέντε ιατρούς σε διάστημα οκτώ μηνών, έως ότου δύο έμπειροι γιατροί κοίταζαν στο λαιμό μου
Maria Colpaert, two experienced special pioneers.
τη Μαρία Κόλπερτ, δύο έμπειρες ειδικές σκαπάνισσες.
always accompanied by at least two experienced mountain guides/ instructors.
πάντοτε με την συνοδεία τουλάχιστον δύο έμπειρων οδηγών/εκπαιδευτών βουνού.
None of them have been able to explain the strange flying object captured by two experienced Navy officers from a helicopter.
Καμία από αυτές δεν ήταν μέχρι τώρα σε θέση να εξηγήσει το ιπτάμενο αντικείμενο το οποίο κατεγράφη από δύο έμπειρους αξιωματικούς του πολεμικού ναυτικού οι οποίοι βρίσκονταν σε ελικόπτερο.
None of them have been able to explain the strange flying object captured by two experienced Navy officers from a helicopter.
Καμία από αυτές τις επιτροπές δεν ήταν μέχρι τώρα σε θέση να εξηγήσει το ιπτάμενο αντικείμενο το οποίο κατεγράφη από δύο έμπειρους αξιωματικούς του πολεμικού ναυτικού οι οποίοι βρίσκονταν σε πτήση με ελικόπτερο την συγκεκριμένη στιγμή.
Two experienced professionals, Yannis Ageladopoulos,
Δύο έμπειροι επαγγελματίες, οι Γιάννης Αγελαδόπουλος,
It is very welcome that two experienced colleagues like Mr Bourlanges
Είναι πολύ ικανοποιητικό το γεγονός ότι δύο έμπειροι συνάδελφοι, όπως ο κ. Bourlanges
It is formed from the partnership of two experienced and well-known in the business world of the country,
Δημιουργήθηκε το Νοέμβριο του 2001 από τη σύμπραξη δύο έμπειρων και καταξιωμένων Φορέων Διαχείρισης Εθνικών
prompting two experienced German bankers,
με αποτέλεσμα να παραιτηθούν δύο έμπειροι Γερμανοί τραπεζίτες,
Two experienced specialists in palliative care(a doctor and a nurse)
Δύο έμπειροι και εξειδικευμένοι στην ανακουφιστική φροντίδα λειτουργοί υγείας(μία ιατρός
Results: 42, Time: 0.0403

Word-for-word translation

Top dictionary queries

English - Greek