A MOP in Greek translation

[ə mɒp]
[ə mɒp]
το σφουγγαρόπανο
μία σφουγγαρίστρα
ένα σφουγγαρίστρα
ρίστρα
του σφουγγαρόπανου

Examples of using A mop in English and their translations into Greek

{-}
  • Colloquial category close
  • Official category close
  • Medicine category close
  • Ecclesiastic category close
  • Financial category close
  • Official/political category close
  • Computer category close
Get me the President, and a mop.
Πάρε μου την πρόεδρο… Και φέρε μια σφουγγαρίστρα.
Then we went home and cleaned everything with a mop.
Στη συνέχεια πήγαμε στο σπίτι και καθαρίσαμε με μια σφουγγαρίστρα.
A mop is a tool used for cleaning.
Η σφουγγαρίστρα είναι ένα εργαλείο καθαρισμού πατωμάτων.
Good. You will find a mop down below. Go ahead!
Καλά, θα βρεις σφουγγαρίστρα από κάτω, πήγαινε!
A mop can be installed on it to improve the cleaning efficiency. 7.
Μπορείτε να του εγκαταστήσετε σφουγγαρίστρα για να βελτιώσετε την αποδοτικότητα του καθαρισμού. 7.
Just bring a mop and your imagination.
Απλά φέρε την σφουγγαρίστρα και την φαντασία σου.
Where would you get a mop?
Που βρήκες τη σφουγγαρίστρα;?
There's a mop and a bag of sawdust in the back hall closet.
Υπάρχει σφουγγαρίστρα και πανιά στην ντουλάπα του διαδρόμου.
A mop, a couple of lights and some chair fabric are not gonna fool anyone!
Μια μάπα, μερικά φώτα και λίγη ταπετσαρία δεν ξεγελούν κανέναν!
You know you got a mop wedged against the door?
Ξέρεις οτι έχεις την σφουγγαρίστρα ενάντια στην πόρτα?
Samira, get a mop, clean this up.
Σαμίρα, φέρε την σφουγγαρίστρα να καθαρίσουμε.
I call it a mop.
Η σφουγγαρίστρα φταίει.
There's a mop a broom and a lot of smelly stuff you want to avoid.
Εκεί μέσα είναι σφουγγαρίστρα, σκούπα κι άλλα που βρωμάνε.
You have got a mop, bro.
Εχεις σφουγγαρίστρα, αδερφέ.
Let's get a mop.
Πάμε να πάρουμε ένα σφουγγαρόπανο.
Zeus and a Mop Bucket, 2018.
Δίας και Κουβάς Σφουγγαρίστρας, 2018.
curls will look like a mop of disheveled strands.
οι μπούκλες θα μοιάζουν με μια σφουγγαρίστρα από ξεφλουδισμένα σκέλη.
Walk-behind machine More ergonomic than a mop.
Μηχάνημα πεζού χειριστή Πιο εργονομικό από τη σφουγγαρίστρα.
You regularly talk to a mop.
Εσύ μιλάς με την σφουγγαρίστρα.
Jimmy, bring a mop.
Τζίμι, φέρε μια μάπα.
Results: 151, Time: 0.041

Word-for-word translation

Top dictionary queries

English - Greek