BASIC CARE in Greek translation

['beisik keər]
['beisik keər]
βασική περίθαλψη
βασικής φροντίδας
στοιχειώδη φροντίδα
elementary care
στοιχειώδη περίθαλψη

Examples of using Basic care in English and their translations into Greek

{-}
  • Official category close
  • Colloquial category close
  • Medicine category close
  • Ecclesiastic category close
  • Financial category close
  • Official/political category close
  • Computer category close
falling contributions guaranteeing basic care for all citizens.
την πτώση των εισφορών να εγγυώνται την παροχή βασικής φροντίδας σε όλους τους πολίτες.
MEPs have therefore called for universal access to affordable healthcare to be improved. Basic care must be less expensive
Ως εκ τούτου, οι βουλευτές του ΕΚ έχουν ζητήσει τη βελτίωση της καθολικής πρόσβασης σε προσιτή υγειονομική περίθαλψη." βασική περίθαλψη πρέπει να είναι λιγότερο δαπανηρή
It is therefore important to have a healthy routine set to ensure that a person may in the future certain basic care of their body while consuming this drug.
Είναι λοιπόν σημαντικό να πάρετε ένα υγιές ρουτίνας σύνολο εξασφαλίζουν ότι στο μέλλον ένα πρόσωπο μπορεί να λαμβάνουν ορισμένες βασικής περίθαλψης των οργάνων τους ενώ καταναλώνει αυτό το φάρμακο.
All that is required in most cases is basic care in accordance with the guidelines from the manufacturer, to keep in good condition.
Στις περισσότερες περιπτώσεις, το μόνο που απαιτείται είναι η βασική φροντίδα σύμφωνα με τις οδηγίες του κατασκευαστή να διατηρείται σε καλή κατάσταση.
Thus far, only a fraction of the funding needed for even basic care has been raised.
Μέχρι στιγμής, μόνο ένα κλάσμα της χρηματοδότησης που απαιτείται ακόμη και για τη βασική φροντίδα έχει δοθεί.
weak health services leave them without access to basic care.
οι αδύναμες υπηρεσίες υγείας τους αφήνουν χωρίς πρόσβαση στη βασική περίθαλψη.
Basic Care Advisor- Psychologist is to provide emotional support to students in their effort to meet the educational process
Βασική μέριμνα του Συμβούλου- Ψυχολόγου είναι η παροχή συναισθηματικής υποστήριξης στους μαθητές στην προσπάθεια τους να ανταποκριθούν στην εκπαιδευτική διαδικασία
weak health services leave them without access to basic care.
οι αδύναμες υπηρεσίες υγείας τους αφήνουν χωρίς πρόσβαση στη βασική περίθαλψη.
the Customer recognizes his obligation to ensure the basic care and due diligence required to prevent damage
ο Πελάτης αναγνωρίζει την υποχρέωσή του να εξασφαλίσει τη στοιχειώδη φροντίδα και την απαιτούμενη προσοχή προκειμένου να αποτρέψει τη φθορά
technologies are the basic care of the company.
αποτελούν βασική μέριμνα της εταιρίας.
blocks access to fundamental rights and to the most basic care, including health services,
εμποδίζει την πρόσβαση σε θεμελιώδη δικαιώματα και στη βασική μέριμνα, περιλαμβανομένων των υπηρεσιών υγείας,
While in community-based se ngs, the costs of housing and basic care was found to be lower than in ins tu onal care,
Ενώ βρέθηκε ότι στο πλαίσιο της τοπικής κοινότητας το κόστος στέγασης και βασικής φροντίδας είναι χαμηλότερο απ ό, τι στο πλαίσιο της ιδρυματικής φροντίδας, το συνολικό κόστος
You will assist with basic care for patients alongside nurses,
Θα βοηθήσετε με τη βασική φροντίδα των ασθενών μαζί με τους νοσοκόμους,
You will assist with basic care for patients alongside nurses,
Θα βοηθήσετε με τη βασική φροντίδα των ασθενών μαζί με τους νοσοκόμους,
You will assist with basic care for patients alongside nurses,
Θα βοηθήσετε με τη βασική φροντίδα των ασθενών μαζί με τους νοσοκόμους,
healthcare can save lives, yet across Europe the most vulnerable pregnant women are still facing challenges in accessing this basic care,” said Mary-Ann Etiebet, director of MSD for Mothers.
όμως σε ολόκληρη την Ευρώπη οι εγκύες που ανήκουν σε ευαίσθητες κοινωνικές ομάδες εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν προκλήσεις όσον αφορά την πρόσβαση σε αυτή τη βασική φροντίδα», δήλωσε η Mary-Ann Etiebet, διευθυντής της MSD για τις μητέρες.
how to plan their work space, and basic care and maintenance.
να σχεδιάσουν τον χώρο εργασίας τους, και τη βασική φροντίδα και συντήρηση.
this element of basic care that is necessary,
περίθαλψης,">αυτού του στοιχείου βασικής περίθαλψης, το οποίο είναι απαραίτητο
They only provide basic care.
Παρέχουν μόνο βασικές υπηρεσίες.
Everyone will have access to basic care.
Έτσι θα μπορούν όλοι να έχουν πρόσβαση σε βασικές υπηρεσίες.
Results: 1352, Time: 0.0431

Word-for-word translation

Top dictionary queries

English - Greek