BROAD KNOWLEDGE in Greek translation

[brɔːd 'nɒlidʒ]

Examples of using Broad knowledge in English and their translations into Greek

{-}
  • Official category close
  • Colloquial category close
  • Medicine category close
  • Ecclesiastic category close
  • Financial category close
  • Official/political category close
  • Computer category close
as well as a broad knowledge of certain sub-systems sectors, such as communication, for example.
όπως επίσης και οι γενικές γνώσεις πάνω σε κάποιους τομείς των υποσυστημάτων π.χ. επικοινωνία.
The broad knowledge we have in website creation software,
Οι ευρύτατες γνώσεις που έχουμε σε λογισμικό δημιουργίας ιστοτόπων,
Her broad knowledge of the issues concerning the Greek community of Australia
Η ευρεία γνώση των θεμάτων που απασχολούν την παροικία και την ευρύτερη κοινωνία,
In those Dialogues, his broad knowledge of Patristic tradition became very apparent- along with the forgeries it had suffered both in the East
Στους Διάλογους αυτούς φαινόταν η ευρεία γνώση του στην πατερική παράδοση, αλλά και των παραχαράξεών της, στην Ανατολή και τη Δύση, κατ' εξοχήν δε η
Employers usually look for people who have broad knowledge and experience related to computer systems
Οι εργοδότες ψάχνουν συνήθως ανθρώπους με ευρεία γνώση και εμπειρία στα συστήματα ηλεκτρονικών υπολογιστών
Her broad knowledge of the issues concerning the Greek community of Australia
Η ευρεία γνώση των θεμάτων που απασχολούν τον Ελληνισμό της Αυστραλίας
In those Dialogues, his broad knowledge of Patristic tradition became very apparent- along with the forgeries it had suffered both in the East
Στούς διαλόγους αυτούς εφαίνετο η ευρεία γνώση του στην πατερική παράδοση, αλλά και τις παραχαράξεις της, στην Ανατολή και την Δύση, κατ' εξοχήν δέ
Employers usually look for people who have broad knowledge and experience related to computer systems
Οι εργοδότες ψάχνουν συνήθως ανθρώπους με ευρεία γνώση και εμπειρία στα συστήματα ηλεκτρονικών υπολογιστών
thanks to Maja's years of experience with mixed level classes, her broad knowledge of the students' needs,
χάρη στη πολυετή εμπειρία της Maja, στη διδασκαλία σε τάξεις μεικτών επίπεδων, στην ευρεία γνώση της για τις σωματικές απαιτήσεις των μαθητών,
adding that broad knowledge and coordination among personnel in different fields are essential.
ο Κόνο,">προσθέτοντας ότι η ευρεία γνώση και συντονισμός μεταξύ του προσωπικού σε διάφορους τομείς είναι απαραίτητη.
thanks to the Maja's decade long experience of teaching mixed level classes, her broad knowledge of the students‘ physical requirements,
χάρη στη πολυετή εμπειρία της Maja, στη διδασκαλία σε τάξεις μεικτών επίπεδων, στην ευρεία γνώση της για τις σωματικές απαιτήσεις των μαθητών,
He said that, based on his broad knowledge of the facts, European governments have been enormously corrupted,
Είπε ότι, με βάση τις εκτεταμένες γνώσεις του σχετικά με τα γεγονότα, οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις έχουν διαφθαρεί σε τεράστιο βαθμό,
Anastasia's broad knowledge& expertise of the migrant
Η ευρεία γνώση και εξειδίκευση της Αναστασίας σε θέματα μεταναστών
with the University of Strasbourg aiming at providing the students with broad knowledge and understanding of economic theory with a focus on financial
με το Πανεπιστήμιο του Στρασβούργου aimimg στην παροχή στους φοιτητές με μια ευρεία γνώση και κατανόηση της οικονομικής θεωρίας με έμφαση στην οικονομική
Broader knowledge in the analysis of you clients listening test.
Ευρύτερες γνώσεις στην ανάλυση του τεστ ακρόασης των πελατών σας.
the programme envisages a broader knowledge and practical application in the field of SPA industry,
το πρόγραμμα προβλέπει μια ευρύτερη γνώση και πρακτική εφαρμογή στο πεδίο της βιομηχανίας SPA,
many employees lack the broader knowledge of why new systems
πολλοί εργαζόμενοι στερούνται τις ευρύτερες γνώσεις και δεν αντιλαμβάνονται γιατί τα νέα συστήματα
Many students who complete an online MA in Theology carry on to extend their broader knowledge to other fields of teaching,
Πολλοί φοιτητές που ολοκληρώνουν ένα διαδικτυακό μάστερ στη Θεολογία συνεχίζουν να επεκτείνουν την ευρύτερη γνώση τους σε άλλους τομείς διδασκαλίας,
In order to give students a broader knowledge about Chinese culture,
Για να δώσουμε στους φοιτητές μια ευρύτερη γνώση για τον κινεζικό πολιτισμό,
Hopefully, you now have a broader knowledge of magnifying mirrors
Ας ελπίσουμε ότι, τώρα έχετε μια ευρύτερη γνώση των μεγεθυντικούς καθρέπτες
Results: 182, Time: 0.0382

Word-for-word translation

Top dictionary queries

English - Greek