CLINKER in Greek translation

['kliŋkər]
['kliŋkər]
τούßλα

Examples of using Clinker in English and their translations into Greek

{-}
  • Financial category close
  • Colloquial category close
  • Official category close
  • Medicine category close
  • Ecclesiastic category close
  • Official/political category close
  • Computer category close
lower fuel consumption leads to a CO2 emission around half that associated with Portland clinker.
η χαμηλότερη κατανάλωση καυσίμου οδηγούν σε κατά το ήμισυ περικοπή των εκπομπών CO ² σε σχέση με το παραδοσιακό κλίνκερ Πόρτλαντ.
In 2010 TITAN's NOx emissions were 22,561 tons while specific emissions were 1,857g/ton clinker.
Το 2010, οι εκπομπές ΝOx ήταν 22.561 τόνοι, ενώ οι ειδικές εκπομπές ήταν 1.857g/τόνο κλίνκερ.
specific emissions were 153.6g/ton clinker.
οι ειδικές εκπομπές ήταν 153,6g/τόνο κλίνκερ.
Extensive research is currently undertaken by R&D on new blended cements in order to further reduce their clinker content.
Σήμερα διεξάγεται εκτεταμένη έρευνα από το τμήμα Ε&Α σχετικά με νέα ανάμικτα τσιμέντα με στόχο την περαιτέρω μείωση του περιεχομένου τους σε κλίνκερ.
Last year dust emissions totaled 1,493 tons while specific emissions were 143g/ton clinker on the basis of equity held in 2009.
Πέρυσι οι εκποµπές σκόνης ανήλθαν συνολικά σε 1.493 τόνους και οι ειδικές εκποµπές ήταν 143g/τόνο κλίνκερ βάσει της παραγωγικής δυναµικότητας του Οµίλου το 2009.
The former Grossmarkthalle is characterised by concrete grid and clinker facades, while the double office tower
Το ßασικό χαρακτηριστικό της Großmarkthalle είναι οι προσόψεις από πλαίσια σκυροδέματος και τούßλα, ενώ οι γυάλινες και μεταλλικές προσόψεις των δύο πύργων γραφείων
Given that clinker production is energy-intensive
Καθώς η παραγωγή του κλίνκερ είναι ενεργοβόρα
Still, we have managed to produce blended cements in FYROM with a 50% clinker replacement rate
Ωστόσο, καταφέραμε να παράγουμε ανάμικτα τσιμέντα στην ΠΓΔΜ με 50% αντικατάσταση του κλίνκερ και τσιμέντο σκωρίας στην Αίγυπτο,
Apart from 100% clinker and gypsum cements, there are also
Εκτός από τσιμέντα που αποτελούνται από 100% κλίνκερ και γύψο, υπάρχουν
Clinker tile of exterior wall Clinker Exterior Tile are mainly used for the decoration
Πλακάκι clinker του εξωτερικού τοίχου Το Clinker Exterior Tile χρησιμοποιείται κυρίως για τη διακόσμηση
partially meet the energy requirements of CaO production for clinker feed.
μερική κάλυψη των ενεργειακών απαιτήσεων της παραγωγής CaO για τροφοδοσία clinker.
no tradition in blended cements, it is sometimes necessary to change the industry's perception that high clinker content means high quality cement.
είναι ορισμένες φορές απαραίτητο να αλλάξει η αντίληψη της βιομηχανίας πως η υψηλή περιεκτικότητα σε κλίνκερ σημαίνει και υψηλή ποιότητα τσιμέντου.
Group's target was set, reached 98.3g/ton clinker, an increase of 18.3% compared to the previous year.
τέθηκαν οι σχετικοί στόχοι, έφθασαν τα 98,3g/τόνο κλίνκερ, δηλαδή αύξηση 18,3% σε σύγκριση µε το προηγούµενο έτος.
The energy intensity of cement can be reduced by substituting clinker by other cementitious materials in cement production,
Η ενεργειακή ένταση του τσιμέντου μπορεί να μειωθεί με την υποκατάσταση του κλίνκερ από άλλα πρόσθετα υλικά στην παραγωγή τσιμέντου
is a kind of grinding hydraulic cementing materials with clinker about 50% alumina content
είναι ένα είδος λείανσης των υδραυλικών υλικών επένδυσης με τσιμέντο με το κλίνκερ για την περιεκτικότητα σε αλουμίνα 50%
run two cement factories: a clinker grinding plant at Douala-Bonabéri on the coast,
μια μονάδα κονιοποίησης οστράκου(clinker) στην Douala-Bonabéri, o-nv ακτή,
Clinkers generate useful ideas.
Οι κλίνκερ παράγουν χρήσιμες ιδέες.
Clinkers in swedish Dictionary finnish.
Πανικός στα σουηδικά Λεξικό φινλανδικά.
Clinkers in bulgarian Dictionary belarusian.
Πανικός στα βουλγαρικά Λεξικό λευκορωσικά.
Clinkers in belarusian Dictionary estonian.
Πανικός στα λευκορωσικά Λεξικό εσθονικά.
Results: 177, Time: 0.0377

Top dictionary queries

English - Greek