DEVELOP SYMPTOMS in Greek translation

[di'veləp 'simptəmz]
[di'veləp 'simptəmz]
εκδηλώσει συμπτώματα
παρουσιάσετε συµπτώµατα
αναπτύξουν συμπτώματα
αναπτύξει συμπτώματα

Examples of using Develop symptoms in English and their translations into Greek

{-}
  • Medicine category close
  • Colloquial category close
  • Official category close
  • Ecclesiastic category close
  • Financial category close
  • Official/political category close
  • Computer category close
Most people with HPV never develop symptoms or health problems,
Οι περισσότεροι άνθρωποι που εκτίθενται σεξουαλικά και αποκτούν HPV δεν αναπτύσσουν συμπτώματα ή προβλήματα υγείας
Chronic active hepatitis has caused cirrhosis of the liver in most by the time they develop symptoms.
Χρόνια ενεργή ηπατίτιδα έχει προκαλέσει κίρρωση του ήπατος στα περισσότερα άτομα από τη στιγμή που αυτά αναπτύσσουν συμπτώματα.
typically develop symptoms before the age of 10.
συνήθως αναπτύσσουν συμπτώματα πριν από την ηλικία των 10 ετών.
But if they do not get treatment, half of them develop symptoms of the disease within 7 days.
Αν όμως δεν πάρουν θεραπεία τότε οι μισοί από αυτούς αναπτύσσουν συμπτώματα της νόσου μέσα σε 7 ημέρες.
a large percentage of refugees develop symptoms of post-traumatic stress disorder(PTSD) or depression.
ένα μεγάλο ποσοστό των προσφύγων αναπτύσσουν συμπτώματα μετατραυματικού στρες(PTSD) ή και κατάθλιψη.
Some children can drink a little milk but develop symptoms if they have too much.
Κάποια παιδιά μπορούν να πιουν λίγο γάλα αλλά αναπτύσσουν συμπτώματα αν πιουν πάρα πολύ.
Of children with asthma develop symptoms before the age of five years.
Τα ασθματικά παιδιά σε ποσοστό 50-80% εκδηλώνουν συμπτώματα άσθματος πριν την ηλικία των 5 ετών.
Of children with asthma develop symptoms before the age of five years.
Περίπου το 50-80% των ασθματικών παιδιών εκδηλώνουν συμπτώματα άσθματος πριν την ηλικία των 5 ετών.
If you have ever had depression or develop symptoms associated with depression(e.g. feelings of sadness,
Εάν είχατε ποτέ κατάθλιψη ή αναπτύσσετε συμπτώματα σχετιζόμενα με κατάθλιψη(π.χ. συναισθήματα λύπης,
If you have ever had depression or develop symptoms associated with depression e. g. feelings of sadness.
Ον- εάν εσείς είχατε ποτέ κατάθλιψη ή αναπτύξατε συμπτώματα σχετιζόμενα με κατάθλιψη(π. χ. αισθήματα λύπης, κατήφεια, κτλ.) ενόσω λαμβάνατε θεραπεία με Viraferonβλ.
in which case you probably won't develop symptoms.
ένα αντίγραφο του γονιδίου, οπότε πιθανότατα δεν θα αναπτύξετε συμπτώματα.
Symptoms: Some people develop symptoms shortly after being infected,
Μερικοί άνθρωποι αναπτύσσουν τα συμπτώματα λίγο μετά την λοίμωξη,
Diabetic patients may develop symptoms associated with low blood sugar(also called hypoglycaemia).
Οι διαβητικοί ασθενείς μπορεί να αναπτύξουν συμπτώματα που σχετίζονται με χαμηλό σάκχαρο στο αίμα(που ονομάζεται επίσης ως υπογλυκαιμία).
almost invariably develop symptoms during the newborn period(5, 8, 9).
σχεδόν αμετάβλητα αναπτύσσουν τα συμπτώματα κατά τη διάρκεια της νεογέννητης περιόδου(5, 8, 9).
Highly sensitive people can develop symptoms, including breathing problems
Τα ευαισθητοποιημένα άτομα μπορούν να αναπτύξουν συμπτώματα, όπως αναπνευστικά προβλήματα
Those workers may also develop symptoms as soon as 10 years after exposure.
Αυτοί οι εργαζόμενοι μπορούν επίσης να αναπτύξουν τα συμπτώματα, το συντομότερο 10 χρόνια μετά την έκθεση.
Without therapy, males may develop symptoms between age 40 and 60 years
Χωρίς θεραπεία, οι άνδρες ασθενείς μπορεί να αναπτύξουν συμπτώματα μεταξύ των ηλικιών 40 εώς 60 ετών
Some people develop symptoms shortly after being infected,
Μερικοί άνθρωποι αναπτύσσουν τα συμπτώματα λίγο μετά την λοίμωξη,
The incubation period: Some people develop symptoms soon after being infected,
Περίοδος επώασης: Μερικοί άνθρωποι αναπτύσσουν τα συμπτώματα λίγο μετά την λοίμωξη,
INCUBATION PERIOD: Some people develop symptoms shortly after being infected,
Περίοδος επώασης: Μερικοί άνθρωποι αναπτύσσουν τα συμπτώματα λίγο μετά την λοίμωξη,
Results: 97, Time: 0.0356

Word-for-word translation

Top dictionary queries

English - Greek