DILATING in Greek translation

[dai'leitiŋ]
[dai'leitiŋ]
διαστέλλοντας
διαστολή
expansion
dilation
dilatation
diastole
dilate
expanding
distension
να διαστείλει
to dilate
διαστέλλοντάς
διεσταλμένων
dilated

Examples of using Dilating in English and their translations into Greek

{-}
  • Colloquial category close
  • Medicine category close
  • Official category close
  • Ecclesiastic category close
  • Financial category close
  • Official/political category close
  • Computer category close
thereby dilating the airways.
κι επομένως διαστέλλει τους αεραγωγούς.
which contributes to lowering blood pressure and dilating the arteries.
κάτι που ελαττώνει την αρτηριακή πίεση και διαστέλλει τις αρτηρίες.
the baking soda is a strong ally of your health since it contributes to the transport of oxygen by dilating blood vessels in the tissue
η μαγειρική σόδα είναι ένας ισχυρός σύμμαχος της υγείας σας καθώς συμβάλλει στη μεταφορά οξυγόνου διαστέλλοντας τα αιμοφόρα αγγεία των ιστών
ailing, dilating of pupil, itching,
αδιαθεσία, διαστολή της κόρης, κνησµός,
increasing its sensitivity and permeability, dilating and cleansing pores,
αυξάνοντας την ευαισθησία και την διαπερατότητα του, διαστέλλοντας και καθαρίζοντας τους πόρους,
time are dilating and concentrating as in one infinite stream,
ο χρόνος είναι σε διαστολή και εστιάζονται σε άπειρη ροή,
Ginkgo Leaf Powder Extract has the effect of dilating blood vessels,
Το απόσπασμα σκονών φύλλων Ginkgo έχει την επίδραση να διαστείλει τα αιμοφόρα αγγεία,
It works by blocking β1-adrenergic receptors in the heart and dilating blood vessels.
Λειτουργεί αναστέλλοντας τους β1-αδρενεργικούς υποδοχείς στην καρδιά και διαστέλλοντας τα αιμοφόρα αγγεία.
writes that NBP behaves like a calcium channel blocker, dilating arteries and relaxing blood vessels.
η NBP δρα ως αναστολέας των διαύλων ασβεστίου, διαστέλλοντας τις αρτηρίες και χαλάρωση των αιμοφόρων αγγείων.
which are thought to improve blood circulation by relaxing and dilating(widening) blood vessels
οι οποίες θεωρείται ότι βελτιώνουν την κυκλοφορία του αίματος μέσω της χαλάρωσης και της διαστολής(διεύρυνσης) των αιμοφόρων αγγείων
Inhaled nitric oxide appears to increase the partial pressure of arterial oxygen(PaO2) by dilating pulmonary vessels in better-ventilated areas of the lung,
Το εισπνεόμενο μονοξείδιο του αζώτου φαίνεται να αυξάνει τη μερική πίεση του αρτηριακού οξυγόνου(PaO2) διαστέλλοντας τα πνευμονικά αγγεία σε καλύτερα αεριζόμενες περιοχές του πνεύμονα,
Cilostazol is a phosphodiesterase 3 inhibitor which works by inhibiting platelet aggregation and dilating arteries.[1].
Η σιλοσταζόλη είναι ένας αναστολέας της φωσφοδιεστεράσης 3, ο οποίος δρα αναστέλλοντας τη συσσώρευση αιμοπεταλίων και διαστέλλοντας τις αρτηρίες.
begins to accumulate in the veins, dilating them and eventually leading to a harmful stagnation that results in the appearance of varicose veins in our legs.
αρχίζει να συσσωρεύεται στις φλέβες, διαστέλλοντάς τες και προκαλώντας, με τον καιρό, στασιμότητα του αίματος που προκαλεί την εμφάνιση των κιρσών στα κατώτερα μέλη μας.
Dilate blood vessels,
Διαστολή των αιμοφόρων αγγείων,
It may dilate blood vessels in the scalp.
Μπορεί να διαστείλει τα αιμοφόρα αγγεία στο κρανίο.
The iris pupil to constrict or dilate, in order to control the light.
Ίριδας σφίγγω ή διαστολή, ώστε να ελέγχεται το φως.
Dilate blood vessels
Διαστολή των αιμοφόρων αγγείων
Treatment of oily skin and dilated pores.
Αντιμετώπιση λιπαρότητας και διεσταλμένων πόρων.
which relax and dilate the arteries;?
η οποία να χαλαρώσετε και να διαστείλει τις αρτηρίες?
She's dilated 4 or 5 centimeters.
Έχει διαστολή 4 ή 5 εκατοστά.
Results: 45, Time: 0.0537

Top dictionary queries

English - Greek