DISPLEASE in Greek translation

[dis'pliːz]
[dis'pliːz]
δυσαρεστούν
δυσαρεστήσει
δυσαρεστούσε
δυσαρεστούσαν

Examples of using Displease in English and their translations into Greek

{-}
  • Colloquial category close
  • Official category close
  • Medicine category close
  • Ecclesiastic category close
  • Financial category close
  • Official/political category close
  • Computer category close
The chain drive from a machine the Devil uses to rotisserie those who displease him.
Η αλυσίδα μετάδοσης κίνησης από μια μηχανή που χρησιμοποιεί ο Διάβολος για να ψήνει αυτούς που τον δυσαρεστούν.
not to do anything that might displease God.
να μην κάνει τίποτα που ίσως δυσαρεστήσει τον Θεό.
he also worried that his children would displease God by their frequent feasting.
ανησυχούσε κιόλας ότι τα παιδιά του θα δυσαρεστούσαν τον Θεό με τις συχνές τους γιορτές.
Madison was adamant on the absolute nature of the 1st amendment even when the results displease some or many.
Ο Μάντισον υποστήριζε ασυμβίβαστα την απόλυτη φύση της Πρώτης Τροπολογίας ακόμη και όταν τα αποτελέσματα δυσαρεστούν κάποιους ή πολλούς.
styled as barleywine(one word) out of fear that occurrence of the word wine on a beer label would displease regulators.
λόγω του φόβου ότι η εμφάνιση της λέξης wine(οίνου) σε μια ετικέτα μπύρα θα δυσαρεστήσει τις ρυθμιστικές αρχές που θα θεωρήσουν το είδος ως κρασί.
thus making it public that they have eliminated from their lives the practices that displease God.
δείχνοντας έτσι δημόσια ότι έχουν εξαλείψει από τη ζωή τους τις πράξεις που δυσαρεστούν τον Θεό.
And he also appears to believe that he has the right to deal out personal punishment to companies that displease him.
Και νομίζει, επίσης, πως μπορεί να τιμωρεί τις εταιρείες που τον δυσαρεστούν.
Practicing Jehovah's Witnesses"do not celebrate birthdays because we believe that such celebrations displease God".
Οι Μάρτυρες του Ιεχωβά, δεν γιορτάζουμε γενέθλια επειδή πιστεύουμε ότι τέτοιου είδους εορτασμοί δυσαρεστούν τον Θεό.
These wicked spirits cannot force us to do evil things that displease our heavenly Father.
Αυτά τα πονηρά πνεύματα δεν μπορούν να μας αναγκάσουν να κάνουμε κακά πράγματα που δυσαρεστούν τον ουράνιο Πατέρα μας.
Send me your prisoners by the speediest means Or you shall hear in such a kind from us as will displease you.
Στείλε τους αιχμαλώτους σου, το ταχύτερο, ειδάλλως αυτά που θα ακούσεις από εμάς θα σε δυσαρεστήσουν.
Or you shall hear in such a kind from us as will displease you.
Στείλε τους αιχμαλώτους σου, το ταχύτερο, ειδάλλως αυτά που θα ακούσεις από εμάς θα σε δυσαρεστήσουν.
it might displease the Vorta.
θα μπορούσε να δυσαρεστήσει τους Βότρα.
his actions may please some gods and displease others.
οι ενέργειές του μπορεί να ευχαριστήσουν κάποιους Θεούς και να δυσαρεστήσουν άλλους.
his actions may please some gods and displease others.
οι ενέργειές του μπορεί να ευχαριστήσουν κάποιους Θεούς και να δυσαρεστήσουν άλλους.
now therefore, if it displease you, I will get myself back again.
εναντίον μου· γι' αυτό, τώρα, αν δεν είναι σε σένα αρεστό, επιστρέφω.
now therefore, if it displease you, I will get me back again.
εναντίον μου· γι' αυτό, τώρα, αν δεν είναι σε σένα αρεστό, επιστρέφω.
now therefore, if it displease you, I will get me back again.
εναντίον μου· γι' αυτό, τώρα, αν δεν είναι σε σένα αρεστό, επιστρέφω.
It is sadly the case that the conditions we have currently before us are not sufficient to enable us to go through with an organization that would displease both participants and visitors,
Παρόλα αυτά όμως δεν κατέστη δυνατό να διαμορφωθούν οι συνθήκες για αυτό που αρχικά όλοι εμείς οραματιστήκαμε, και φυσικά τίποτα δεν είναι ικανό να μας επιτρέψει να προχωρήσουμε σε μια διοργάνωση που θα δυσαρεστούσε τόσο τους συμμετέχοντες
Who is feeble and diseased will make even a hare displeased.
Όποιος είναι άρρωστος και φιλάσθενος ακόμα και το λαγό θα δυσαρεστήσει.
They may be aware that Christmas smacks of paganism and is displeasing to God.
Ίσως να γνωρίζουν ότι τα Χριστούγεννα είναι ειδωλολατρικά και δυσαρεστούν τον Θεό.
Results: 48, Time: 0.0893

Top dictionary queries

English - Greek