ENDLESS SOURCE in Greek translation

['endlis sɔːs]
['endlis sɔːs]
ατελείωτη πηγή
ατέρμονη πηγή
αέναη πηγή
ατέλειωτη πηγή
ακένωτη πηγή

Examples of using Endless source in English and their translations into Greek

{-}
  • Colloquial category close
  • Official category close
  • Medicine category close
  • Ecclesiastic category close
  • Financial category close
  • Official/political category close
  • Computer category close
The Internet has linked millions of fisherman together and is an endless source of information.
Ο Παγκόσμιος Ιστός έχει συνδέσει πολλές χώρες και αποτελεί μία ανεξάντλητη πηγή πληροφοριών.
Giorgos Tsakiris is an endless source of knowledge for all of us.
Ο Γιώργος Τσακίρης αποτελεί για όλους μας αστείρευτη πηγή γνώσης.
beauty is an endless source of inspiration for me.
η ομορφιά της είναι ακόμα μια ανεξάντλητη πηγή έμπνευσης για μένα.
For us, the hive is an endless source of inspiration and ideas!
Για εμάς το μελίσσι είναι μια ανεξάντλητη πηγή έμπνευσης και ιδεών!
Cloth is an endless source.
Τα αγγεία είναι μια ανεξάντλητη πηγή.
thus constituting an endless source of inspiration with many variations.
αποτελώντας παράλληλα μια ανεξάντλητη πηγή έμπνευσης με παραλλαγές.
The taxpayers of Chicago aren't an endless source of money.
Οι φορολογούμενοι πολίτες δεν είμαστε μια ανεξάντλητη πηγή χρηματοδότησης.
The French revolution is an endless source of lessons for modern socialists
Η Γαλλική Επανάσταση είναι μια ανεξάντλητη πηγή διδαγμάτων για τους σύγχρονους σοσιαλιστές
For me, the endless source of ingredients for writing is in these amazingly noble,
Για μένα, η ατελείωτη πηγή συστατικών για γράψιμο είναι αυτά τα εκπληκτικά ευγενή,
It is an endless source of knowledge, acquired through constant research
Είναι μια ανεξάντλητη πηγή γνώσης, η οποία αποκτιέται μέσα από τη συνεχή έρευνα
Our endeavors are nurtured by this endless source for the advancement of the journey toward the desired unity of our Churches.
Οι προσπάθειές μας τροφοδοτούνται από αυτή την αστείρευτη πηγή για την πρόοδο της πορείας προς την ποθητή ενότητα των Εκκλησιών μας.
confrontational and loner, an endless source of inspiration and creativity,
συγκρουσιακός και μοναχικός, ατελείωτη πηγή έμπνευσης και δημιουργικότητας,
I new my Fenestella needed an endless source of power, so I designed a cube that keeped supernatural energy.
Ήξερα ότι η Φενεστέλα χρειαζόταν μια ανεξάντλητη πηγή ενέργειας γι' αυτό σχεδίασα ένα κύβο ο οποίος τραβάει υπερφυσική ενέργεια.
His mother was an endless source of inspiration to Nikola, who attributed all his abilities to her influence.
Η μητέρα του ήταν μια αστείρευτη πηγή έμπνευσης για εκείνον, ο οποίος ανέπτυξε όλες του τις ικανότητες υπό την δική της επίδραση.
An endless source of money for those who have been fortunate to invest
Μια ατελείωτη πηγή χρημάτων για όσους είχαν την τύχη να επενδύσουν
Over 4,000 years of urban history make Izmir an endless source of amazement and exploration.
Πάνω από 4 χρόνια αστικής ιστορίας καθιστούν τη Σμύρνη ανεξάντλητη πηγή εκπλήξεων και εξερεύνησης.
they are to our advantage and not an endless source of worry for us and our colleagues.
να είναι προς όφελός μας και όχι μια ατέρμονη πηγή ανησυχίας για εμάς και τους συναδέλφους μας.
For me, the endless source of ingredients for photography is in these amazingly,
Για μένα, η ατελείωτη πηγή συστατικών για γράψιμο είναι αυτά τα εκπληκτικά ευγενή,
For us it is the endless source of imagination and creativity,
Για εμάς είναι η αστείρευτη πηγή έμπνευσης, φαντασίας& δημιουργίας,
also for our visitors, an endless source of learning, life, and culture.
για τους φιλοξενούμενους κάθε φορά επισκέπτες μας, μια αέναη πηγή μάθησης, ζωής και πολιτισμού.
Results: 79, Time: 0.0383

Word-for-word translation

Top dictionary queries

English - Greek