ESPECIALLY LEAN in Greek translation

[i'speʃəli liːn]
[i'speʃəli liːn]
ιδιαίτερα άλιπης
specifically lean
especially lean
particularly lean

Examples of using Especially lean in English and their translations into Greek

{-}
  • Colloquial category close
  • Official category close
  • Medicine category close
  • Ecclesiastic category close
  • Financial category close
  • Official/political category close
  • Computer category close
preserving body weight, especially lean body mass,
τη διατήρηση του σωματικού βάρους, ιδιαίτερα άλιπης μάζας σώματος,
keeping body weight, especially lean body mass,
τη διατήρηση του σωματικού βάρους, ειδικά άλιπης μάζας σώματος,
preserving body weight, especially lean body mass,
τη διατήρηση του σωματικού βάρους, ιδιαίτερα άλιπης μάζας σώματος,
maintaining body weight, especially lean body mass,
τη διατήρηση του σωματικού βάρους, ειδικά άλιπης μάζας σώματος,
keeping body weight, especially lean body mass,
τη διατήρηση του σωματικού βάρους, ιδιαίτερα άλιπης μάζας σώματος,
preserving body weight, especially lean body mass,
τη διατήρηση του σωματικού βάρους, ειδικά άλιπης μάζας σώματος,
maintaining body weight, especially lean body mass,
τη διατήρηση του σωματικού βάρους, ιδιαίτερα άλιπης μάζας σώματος,
keeping body weight, especially lean body mass,
τη διατήρηση του σωματικού βάρους, ειδικά άλιπης μάζας σώματος,
keeping body weight, especially lean body mass,
τη διατήρηση του σωματικού βάρους, ιδιαίτερα άλιπης μάζας σώματος,
keeping body weight, especially lean body mass,
τη διατήρηση του σωματικού βάρους, ειδικά άλιπης μάζας σώματος,
keeping body weight, especially lean body mass,
τη διατήρηση του σωματικού βάρους, ιδιαίτερα άλιπης μάζας σώματος,
preserving body weight, especially lean body mass,
τη διατήρηση του σωματικού βάρους, ιδιαίτερα άλιπης μάζας σώματος,
preserving body weight, especially lean body mass,
τη διατήρηση του σωματικού βάρους, ιδιαίτερα άλιπης μάζας σώματος,
preserving body weight, especially lean body mass,
τη διατήρηση του σωματικού βάρους, ιδιαίτερα άλιπης μάζας σώματος,
maintaining body weight, especially lean body mass,
τη διατήρηση του σωματικού βάρους, ιδιαίτερα άλιπης μάζας σώματος,
maintaining body weight, especially lean body mass,
τη διατήρηση του σωματικού βάρους, ιδιαίτερα άλιπης μάζας σώματος,
preserving body weight, especially lean body mass,
τη διατήρηση του σωματικού βάρους, ιδιαίτερα άλιπης μάζας σώματος,
maintaining body weight, especially lean body mass,
τη διατήρηση του σωματικού βάρους, ιδιαίτερα άλιπης μάζας σώματος,
keeping body weight, especially lean body mass,
τη διατήρηση του σωματικού βάρους, ιδιαίτερα άλιπης μάζας σώματος,
maintaining body weight, especially lean body mass,
τη διατήρηση του σωματικού βάρους, ιδιαίτερα άλιπης μάζας σώματος,
Results: 140, Time: 0.0411

Word-for-word translation

Top dictionary queries

English - Greek