PARTICULARLY LEAN in Greek translation

[pə'tikjʊləli liːn]
[pə'tikjʊləli liːn]
ιδιαίτερα άλιπης
specifically lean
especially lean
particularly lean

Examples of using Particularly lean in English and their translations into Greek

{-}
  • Colloquial category close
  • Official category close
  • Medicine category close
  • Ecclesiastic category close
  • Financial category close
  • Official/political category close
  • Computer category close
keeping body weight, particularly lean body mass,
τη διατήρηση του σωματικού βάρους, ειδικά άλιπης μάζας σώματος,
maintaining body weight, particularly lean body mass,
τη διατήρηση του σωματικού βάρους, ιδιαίτερα άλιπης μάζας σώματος,
preserving body weight, particularly lean body mass,
τη διατήρηση του σωματικού βάρους, ειδικά άλιπης μάζας σώματος,
keeping body weight, particularly lean body mass,
τη διατήρηση του σωματικού βάρους, ιδιαίτερα άλιπης μάζας σώματος,
keeping body weight, particularly lean body mass,
τη διατήρηση του σωματικού βάρους, ειδικά άλιπης μάζας σώματος,
keeping body weight, particularly lean body mass,
τη διατήρηση του σωματικού βάρους, ιδιαίτερα άλιπης μάζας σώματος,
keeping body weight, particularly lean body mass,
τη διατήρηση του σωματικού βάρους, ειδικά άλιπης μάζας σώματος,
preserving body weight, particularly lean body mass,
τη διατήρηση του σωματικού βάρους, ιδιαίτερα άλιπης μάζας σώματος,
maintaining body weight, particularly lean body mass,
τη διατήρηση του σωματικού βάρους, ειδικά άλιπης μάζας σώματος,
keeping body weight, particularly lean body mass,
τη διατήρηση του σωματικού βάρους, ειδικά άλιπης μάζας σώματος,
maintaining body weight, particularly lean body mass,
τη διατήρηση του σωματικού βάρους, ειδικά άλιπης μάζας σώματος,
preserving body weight, particularly lean body mass,
τη διατήρηση του σωματικού βάρους, ειδικά άλιπης μάζας σώματος,
keeping body weight, particularly lean body mass,
διατήρηση του σωματικού βάρους, ιδιαίτερα άπαχο μάζας σώματος
keeping body weight, particularly lean body mass,
τη διατήρηση του σωματικού βάρους, ιδιαίτερα άλιπης μάζας σώματος,
maintaining body weight, particularly lean body mass,
τη διατήρηση του σωματικού βάρους, ιδιαίτερα άλιπης μάζας σώματος,
preserving body weight, particularly lean body mass,
τη διατήρηση του σωματικού βάρους, ιδιαίτερα άλιπης μάζας σώματος,
keeping body weight, particularly lean body mass,
τη διατήρηση του σωματικού βάρους, ιδιαίτερα άλιπης μάζας σώματος,
keeping body weight, particularly lean body mass,
τη διατήρηση του σωματικού βάρους, ιδιαίτερα άλιπης μάζας σώματος,
preserving body weight, particularly lean body mass,
τη διατήρηση του σωματικού βάρους, ιδιαίτερα άλιπης μάζας σώματος,
keeping body weight, particularly lean body mass,
τη διατήρηση του σωματικού βάρους, ιδιαίτερα άλιπης μάζας σώματος,
Results: 118, Time: 0.0376

Word-for-word translation

Top dictionary queries

English - Greek