EXPERIENTIAL KNOWLEDGE in Greek translation

βιωματική γνώση
experiential knowledge
βιωματικής γνώσης
βιωματικές γνώσεις
γνώση από εμπειρία

Examples of using Experiential knowledge in English and their translations into Greek

{-}
  • Colloquial category close
  • Official category close
  • Medicine category close
  • Ecclesiastic category close
  • Financial category close
  • Official/political category close
  • Computer category close
A neural network is a massively parallel distributed processor that has a natural propensity for storing experiential knowledge and making it available for use.
Ένα νευρωνικό δίκτυο είναι ένας τεράστιος παράλληλος επεξεργαστής με κατανεμημένη αρχιτεκτονική, ο οποίος αποτελείται από απλές μονάδες εξεργασίας και έχει από τη φύση του την δυνατότητα να αποθηκεύει εμπειρική γνώση και να την καθιστά διαθέσιμη για χρήση.
People facing the pressures of modern life today do not so much need theology as a living, experiential knowledge of a real God who works in a real ways in the lives of real people.
Οι άνθρωποι που αντιμετωπίζουν τις προκλήσεις της καθημερινότητας στη σύγχρονη εποχή, δεν έχουν μεγάλη ανάγκη τη θεολογία, αλλά μια ζωντανή βιωματική γνώση του αληθινού Θεού που ενεργεί όχι θεωρητικά αλλά πρακτικά στη ζωή μας σήμερα.
mediators must gain experiential knowledge to acquire optimal competency in this domain.
οι διαμεσολαβητές πρέπει να αποκτήσουν βιωματικές γνώσεις για να αποκτήσουν τη βέλτιστη ικανότητα σε αυτόν τον τομέα.
scientifically substantiated experiential knowledge for the promotion of our universal health and well-being.
επιστημονικά τεκμηριωμένη βιωματική γνώση για την προαγωγή της καθολικής μας υγείας και ευημερίας.
according to the judge,“experiential knowledge” about the crime.
που έδειξε- κατά τον δικαστή-«γνώση από εμπειρία» γύρω από το έγκλημα.
A neural network is a parallel-distributed processor made up of simple processing units that has a natural propensity for storing experiential knowledge and making it available for use.
Ένα νευρωνικό δίκτυο είναι ένας τεράστιος παράλληλος επεξεργαστής με κατανεμημένη αρχιτεκτονική, ο οποίος αποτελείται από απλές μονάδες εξεργασίας και έχει από τη φύση του την δυνατότητα να αποθηκεύει εμπειρική γνώση και να την καθιστά διαθέσιμη για χρήση.
a brain scan showing, according to the judge, experiential knowledge about the crime.
που έδειξε- κατά τον δικαστή-«γνώση από εμπειρία» γύρω από το έγκλημα.
manage organizational issues from end-user computing to strategic implications of technology projects and combine your experiential knowledge of customers, the marketplace,
να διαχειρίζονται τα οργανωτικά θέματα από την υπολογιστική του τελικού χρήστη σε στρατηγικές επιπτώσεις των έργων τεχνολογίας και συνδυάζουν βιωματική γνώση σας από τους πελάτες, την αγορά,
entertainment, experiential knowledge that can be sensed with the active participation of locals and tourists in cultural events.
την ψυχαγωγία, τη βιωματική γνώση που αισθητοποιείται με την ενεργητική συμμετοχή ντόπιων και τουριστών στις πολιτιστικές εκδηλώσεις.
we continue to materialise the vision of creating a high standard quality training environment which embodies theoretical and experiential knowledge.
για το Κέντρο Δια Βίου Μάθησης, πραγματοποιούμε το όραμα της δημιουργίας ενός ποιοτικού εκπαιδευτικού περιβάλλοντος που ενσωματώνει τη θεωρητική και τη βιωματική γνώση.
This experiential knowledge transforms the hearts of the Egyptians.
Αυτή η γνώση μεταπήδησε από τους Αιγυπτίους.
a form of experiential knowledge.
ένα είδος εμπειρικής γνώσης.
The foundation of each course is based on connecting academic information to experiential knowledge.
Η ίδρυση κάθε μαθήματος βασίζεται στη σύνδεση των ακαδημαϊκών πληροφοριών με τη βιωματική γνώση.
It is conscious, experiential knowledge, not merely intellectual
Η Γνώση είναι εμπειρική, όχι μόνο διανοητική ή προϊόν σκέψης γνώση,
Different ways of interaction of the monument's paths leads to the experiential knowledge of the event.
Ο διαφορετικός τρόπος ανάγνωσης των διαδρομών του μνημείου οδηγεί στη γνώση του γεγονότος μέσα από τη βιωματική εμπειρία.
It is critical that alongside the development of theoretical/conceptual knowledge educators also develop their practical/experiential knowledge.
Παράλληλα με τη θεωρητική/ εννοιολογική γνώση οι εκπαιδευτές αναπτύσσουν και την πρακτική/ βιωματική τους γνώση.
Formal professional development tends to focus predominantly on conceptual/theoretical knowledge with some attention to practical/experiential knowledge development.
Η τυπική επαγγελματική ανάπτυξη τείνει να επικεντρώνεται κυρίως στην εννοιολογική/ θεωρητική γνώση, δίνοντας κάποια έμφαση και στην πρακτική/ βιωματική γνώση.
Effective and operationally"vital" emphasis on interdisciplinarity and integrability of(experiential) knowledge.
Ουσιαστική και λειτουργικά"ζωτική" έμφαση στη διαθεματικότητα και την ολοκληρωσιμότητα της(βιωματικής) γνώσης.
Structural engineering theory is based upon physical laws and experiential knowledge of the structural performance of various materials and geometries.
Η θεωρία της δομικής μηχανικής βασίζεται σε εφαρμοσμένους φυσικούς νόμους και εμπειρικές γνώσεις της δομικής απόδοσης διαφόρων υλικών και γεωμετριών.
The writers' opinions on certain subjects merely reflect their own experiential knowledge or the enlightenment of the Holy Spirit.”.
Οι απόψεις τους για ορισμένα θέματα δεν είναι τίποτε άλλο παρά η γνώση της προσωπικής εμπειρίας ή η διαφώτιση του Αγίου Πνεύματος.
Results: 181, Time: 0.0409

Word-for-word translation

Top dictionary queries

English - Greek