FASTER in Greek translation

['fɑːstər]
['fɑːstər]
πιο γρήγορα
more quickly
fast
soon
more rapidly
quick
more swiftly
most quickly
γρηγορότερα
fast
quick
rapid
swift
prompt
ταχύτερη
rapid
fast
swift
quick
speedy
ταχύτερο
rapid
fast
swift
quick
speedy
γρηγορότερη
fast
quick
rapid
swift
prompt
ταχύτερες
rapid
fast
swift
quick
speedy
γρηγορότερο
fast
quick
rapid
swift
prompt
ταχύτερος
rapid
fast
swift
quick
speedy
γρηγορότερος
fast
quick
rapid
swift
prompt

Examples of using Faster in English and their translations into Greek

{-}
  • Colloquial category close
  • Official category close
  • Medicine category close
  • Ecclesiastic category close
  • Financial category close
  • Official/political category close
  • Computer category close
Making learning easier and faster.
Η μάθηση γίνεται ευκολότερα και γρηγορότερα.
It's also faster and safer.
Είναι επίσης γρηγορότερο και ασφαλέστερο.
Transfer, faster heat transfer,
Μεταφορά, γρηγορότερη μεταφορά θερμότητας,
Faster metabolism and removal of toxins.
Ταχύτερος μεταβολισμός και αφαίρεση τοξινών.
Faster and cheaper cross-border payments.
Φθηνότερες και ταχύτερες διασυνοριακές πληρωμές ΦΠΑ.
Faster Internet for researchers and students.
Ταχύτερο Διαδίκτυο για ερευνητές και φοιτητές.
It's faster and with better quality.
Είναι ταχύτερη και με καλύτερη ποιότητα.
To fall on your car and sell it faster.
Για να πέσει με το αυτοκίνητό σας και να πωλούν πιο γρήγορα.
That's why I say,‘You matured faster than me.
Γι' αυτό λέω:«Ωρίμασες γρηγορότερα από μένα.
I'm Jimmy's bigger, faster, stronger brother.
Είμαι ο μεγαλύτερος, γρηγορότερος, δυνατότερος αδελφός του Τζίμι.
Makes spraying faster and easier!
Καθιστά τον ψεκασμό γρηγορότερο και ευκολότερο!
Faster, more secure and now available.
Ταχύτερος, ασφαλέστερος και τώρα διαθέσιμος.
It is absorbed faster if your stomach is empty.
Η απορρόφηση είναι γρηγορότερη αν ο στόμαχος είναι άδειος.
Faster methods- replacing old programs withnew through meditation.
Ταχύτερες μέθοδοι- αντικατάσταση παλιών προγραμμάτων μενέα μέσω διαλογισμού.
GHz or faster processor or SoC.
GHz ή ταχύτερο επεξεργαστή ή SoC.
It is faster than court proceedings.
Είναι ταχύτερη από τη διαδικασία ενώπιον των Δικαστηρίων.
I did it to kill him faster.
το έκανα αυτό για να τον σκοτώσω πιο γρήγορα.
If you rejet them, it goes faster, though, right?
Αν όμως τα βγάλεις, πάει γρηγορότερα, έτσι;?
Go bigger, faster, higher, harder.
Πηγαίνετε μεγαλύτερος, γρηγορότερος, υψηλότερος, σκληρότερα.
The program is faster and more reliable,
Το πρόγραμμα είναι γρηγορότερο και πιο αξιόπιστο
Results: 33755, Time: 0.0508

Top dictionary queries

English - Greek