FOREIGN CONTROL in Greek translation

['fɒrən kən'trəʊl]
['fɒrən kən'trəʊl]
ξένο έλεγχο
έλεγχο ξένων

Examples of using Foreign control in English and their translations into Greek

{-}
  • Financial category close
  • Colloquial category close
  • Official category close
  • Medicine category close
  • Ecclesiastic category close
  • Official/political category close
  • Computer category close
Foreign controlled non-financial corporations(S.11003).
Μη χρηματοοικονομικές εταιρείες που ελέγχονται από την αλλοδαπή(S.11003).
Sectors and subsectors in the ESA 95 National private Foreign controlled Public.
Τομείς και υποτομείς στο ΕΣΛ 95 Εθνικοί ιδιωτικοί Ελεγχόμενοι από την αλλοδαπή.
Definition: the foreign controlled non-financial corporations subsector consists of all non-financial corporations
Ορισμός: Ο υποτομέας των μη χρηματοοικονομικών εταιρειών που ελέγχονται από την αλλοδαπή αποτελείται από όλες τις μη χρηματοοικονομικές εταιρείες
subsectors in the ESA 95 Public National private Foreign controlled.
υποτομείς στο ΕΣΛ 95 Δημόσιοι Εθνικοί ιδιωτικοί Ελεγχόμενοι από την αλλοδαπή.
This subsector includes corporate and quasi-corporate direct foreign investment units not classified in the foreign controlled non-financial corporations subsector(S.11003).
Ο υποτομέας αυτός περιλαμβάνει τις εταιρείες και οιονεί εταιρείες άμεσων ξένων επενδύσεων που δεν κατατάσσονται στον υποτομέα των μη χρηματοοικονομικών εταιρειών που ελέγχονται από την αλλοδαπή(S.11003).
quasi-corporate direct foreign investment enterprises(see paragraph 4.65) not classified in the subsector foreign controlled non-financial corporations(S.11003).
οιονεί εταιρείες άμεσων ξένων επενδύσεων που δεν κατατάσσονται στον υποτομέα των μη χρηματοοικονομικών εταιρειών που ελέγχονται από την αλλοδαπή(S.11003).
They're all under foreign control.
Ολες υπό ξένο έλεγχο!
The independence we got is freedom from foreign control.
Ανεξαρτησία είναι ελευθερία· εξαίρεσις από ξένον έλεγχον.
Libya for most of its history has fallen under foreign control.
Η Κύπρος έζησε τους περισσότερους αιώνες της ιστορίας της κάτω από ξένη κυριαρχία.
the ports at their mouths are under foreign control.
οι μπούκες των λιμανιών είναι σε ξένο έλεγχο.
The House of Representatives also adopted an amendment to restrict the possibility of US businesses coming under foreign control.
Βουλή των Αντιπροσώπων ενέκρινε επίσης τροπολογία για τον περιορισμό των δυνατοτήτων αλλοδαπού ελέγχου των αμερικανικών εταιρειών.
despotism, and foreign control.
του δεσποτισμού και του έξωθεν ελέγχου.
In 2006, the share of firms under foreign control in total turnover in manufacturing varied from about 80% in Ireland to 3% in Japan.
Το 2001 το μερίδιο του κύκλου εργασιών των θυγατρικών υπό ξένο έλεγχο στο σύνολο του κύκλου εργασιών του τομέα της μεταποίησης κυμαινόταν από 75 % στην Ιρλανδία έως κάτω του 3 % στην Ιαπωνία.
Foreign control means that the controlling institutional unit is resident in a different country from the one where the institutional unit over which it has control is resident.
Έλεγχος από την αλλοδαπή»: η ελέγχουσα θεσμική μονάδα είναι μόνιμος κάτοικος διαφορετικής χώρας από αυτήν της οποίας είναι μόνιμος κάτοικος η θεσμική μονάδα την οποία ελέγχει·.
Ostensibly, the move aimed to reduce foreign control of key tea
Υποτίθεται ότι το μέτρο στόχευε στη μείωση του ξένου ελέγχου στην παραγωγή τσαγιού
EN The activity breakdown based on the NACE2 gives information on the distribution of foreign control in the economy of the reporting country and the respective international competitiveness of certain sectors.
Η κατανοµή κατά δραστηριότητα µε ßάση τη NACE 2 παρέχει πληροφορίες σχετικά µε την κατανοµή του ελέγχου από την αλλοδαπή στην οικονοµία της δηλούσας χώρας και την αντίστοιχη διεθνή ανταγωνιστικότητα ορισµένων τοµέων.
by breaking down business statistics by the nationality of the enterprises exercising the foreign control.
µέσω της κατανοµής των στατιστικών για τις επιχειρήσεις κατά ιθαγένεια των επιχειρήσεων που ασκούν τον έλεγχο από την αλλοδαπή.
by generating data for the subset in which foreign direct investment has attained a level corresponding to foreign control.
µέσω της παραγωγής στοιχείων για το υποσύνολο στο οποίο οι άµεσες ξένες επενδύσεις έχουν επιτύχει επίπεδο αντίστοιχο του ελέγχου από την αλλοδαπή.
setting a formal and informal foreign control of key functions of the Ukrainian authorities may have the task of testing technologies…
θέτοντας επίσημο και ανεπίσημο ξένο έλεγχο των βασικών λειτουργιών των ουκρανικών αρχών μπορεί να έχει το έργο της δοκιμής τεχνολογιών…
but essentially under foreign control, first European,
πάντα όμως κάτω από ξένη κυριαρχία, αρχικά από ευρωπαϊκή,
Results: 1781, Time: 0.0441

Word-for-word translation

Top dictionary queries

English - Greek