HE FORMS in Greek translation

[hiː fɔːmz]
[hiː fɔːmz]
δημιουργεί
i create
i make
i build
i generate
i produce
i'm forming
do i set up
i'm establishing
i'm developing
διαμορφώνει
forming
shape
do i configure

Examples of using He forms in English and their translations into Greek

{-}
  • Colloquial category close
  • Official category close
  • Medicine category close
  • Ecclesiastic category close
  • Financial category close
  • Official/political category close
  • Computer category close
When a man thinks of his friend he forms within his mental body a minute image of that friend,
Οταν ο ανθρωπος σκέφτεται κάποιο φίλο του, τότε σχηματίζει μέσω του νοητικού σώματος μιά στιγμιαία εικόνα αυτού του φίλου,
During the brutal battle, he forms an alliance with radical preacher Malcolm X- catching Malcolm's political rise in the crosshairs of social upheaval
Κατά την διάρκεια της βίαιης μάχης, σχηματίζει μια συμμαχία με τον ριζοσπαστικό ιερέα Malcolm X, την ώρα που ο Malcolm αναδύεται πολιτικά με υπόβαθρο μια κοινωνική αναταραχή
He forms the specificity of thinking,
Δημιουργεί την ιδιαιτερότητα της σκέψης,
of his staying in the physicoetherical situation, when he forms the initial primitive stellarlike steps
της παραμονής στη φυσικοαιθερική κατάσταση, οπότε σχηματίζει τα αρχικά πρωτόγονα αστρικοθυμικά σκαλοπάτια
Through the relationships he forms with other boys, he continues to gain a sense of masculinity,
Μέσα από τις σχέσεις που διαμορφώνει με τα άλλα αγόρια, συνεχίζει να κερδίζει μια αίσθηση του ανδρισμού,
During the brutal battle, he forms an alliance with radical preacher Malcolm X,
Κατά την διάρκεια της βίαιης μάχης, σχηματίζει μια συμμαχία με τον ριζοσπαστικό ιερέα Malcolm X,
from the information then at his disposal he forms his own judgement,
από τις πληροφορίες που έχει έτσι στη διάθεσή του διαμορφώνει τη δική του κρίση,
If he forms a coalition he will have to compromise with his partners
Αν σχηματίσει κυβέρνηση συνασπισμού θα πρέπει να συμβιβαστεί με τους εταίρους του,
by making a daily choice in favor of one or another, he forms a youth culture,
δημιουργήσει όλα τα παραπάνω, αλλά κάνοντας μια καθημερινή επιλογή υπέρ του ενός ή του άλλου, σχηματίζει μια νεανική κουλτούρα,
Now, he lets go the Expendables because he does not want to see one of his friends dead, and he forms a new group without tomorrow, with the primary target to kill Stonebanks.
Τώρα, αφήνει τους Αναλώσιμους πίσω, επειδή δε θέλει να πεθάνει κάποιος από τους φίλους του, και φτιάχνει μια νέα ομάδα χωρίς αύριο με πρωταρχικό της στόχο να σκοτώσουν τον Stonebanks.
All those that for decades he forms through the inner pace of a deeper consciousness
Όλα αυτά που δεκαετίες σχηματίζει μέσα από τον εσωτερικό ρυθμό μιας βαθύτερης συνείδησης
The man progresses from the point where, in Cancer, he forms a part of the mass with the mass consciousness,[61]
Ο άνθρωπος προοδεύει από το ζώδιο του Καρκίνου όπου αποτελεί μέρος της μάζας με μαζική συνείδηση,
When the Holy Spirit comes into a man, He forms a new creation in him:
Το Πνεύμα του Θεού όταν έρθει μέσα στον άνθρωπο δημιουργεί μια νέα κτίση μέσα του:
once he forms the government, will be to avert a currency crisis, following four devaluations
από τη στιγμή που θα σχηματίσει κυβέρνηση, είναι να αποτρέψει μια νομισματική κρίση μετά τις τέσσερις υποτιμήσεις της ρουπίας από τον Δεκέμβριο
once he forms the government, will be to avert a currency crisis, which follows four
από τη στιγμή που θα σχηματίσει κυβέρνηση, είναι να αποτρέψει μια νομισματική κρίση μετά τις τέσσερις υποτιμήσεις της ρουπίας από τον Δεκέμβριο
He formed the band Nirvana in 1987 together with Krist Novoselic.
Σχηματίζει τους Νιρβάνα το 1987 μαζί με τον Κριστ Νοβόσελιτς.
In 1987 he formed the blues-rock band Diesel with Sigma Fay
Το 1987 δημιουργεί την blues-rock μπάντα Diesel, μαζί με Sigma Fay
He formed the first man,
Δημιουργεί τον πρώτο άνθρωπο, τον Αδάμ,
He formed this New Man!
Δημιουργεί τον νέο άνθρωπο!
He formed the band Automatic Dlamini,
Δύο χρόνια αργότερα σχημάτισε τους Automatic Dlamini,
Results: 45, Time: 0.0464

Word-for-word translation

Top dictionary queries

English - Greek