KEY FINDING in Greek translation

[kiː 'faindiŋ]
[kiː 'faindiŋ]
βασικό εύρημα
βασική διαπίστωση
το βασικό πόρισμα
το κύριο εύρημα

Examples of using Key finding in English and their translations into Greek

{-}
  • Colloquial category close
  • Official category close
  • Medicine category close
  • Ecclesiastic category close
  • Financial category close
  • Official/political category close
  • Computer category close
The key finding came from comparing the hormone levels from before the weight-loss program to one year after it was over.
Το κύριο εύρημα προήλθε από τη σύγκριση των επιπέδων πριν το πρόγραμμα απώλειας βάρους με αυτό 1 χρόνο μετά τη λήξη του.
The key finding is that sad participants were less often mislead by this kind of false information than happy participants.
Το κύριο συμπέρασμα είναι ότι η θλιμμένοι συμμετέχοντες ήταν λιγότερο παραπλανημένοι από αυτό το είδος των ψευδών πληροφοριών σε σχέση με τους ευτυχισμένους συμμετέχοντες.
The key finding of this exhaustively documented historical survey,
Το βασικό εύρημα αυτής της εξαντλητικά τεκμηριωμένης ιστορικής έρευνας,
A key finding in this study is a pathway containing 97 differentially-expressed genes that contains a number of potential drug treatment targets that could particularly affect people with schizophrenia.
Ένα βασικό εύρημα σε αυτή τη μελέτη είναι μια διαδρομή που περιέχει 97 διαφορετικές γονιδιακές εκφράσεις που περιέχει έναν αριθμό πιθανών φαρμακευτικών θεραπευτικών στόχων που θα μπορούσαν να επηρεάσουν ιδιαίτερα τους ανθρώπους με σχιζοφρένεια.
Another key finding of UNHCR's report was that submissions for resettlement increased,
Ένα άλλο σημαντικό εύρημα στην έκθεση της Υ.Α. είναι ότι αυξήθηκαν τα αιτήματα για επανεγκατάσταση,
The key finding is that after the initial release of nitric oxide,
Το βασικό εύρημα, λοιπόν, ήταν ότι μετά την αρχική απελευθέρωση του
A key finding in the Report is that climate change is emerging as the most far-reaching
Ένα σημαντικό εύρημα της Αναφοράς είναι ότι η κλιματική αλλαγή φαίνεται να είναι ο πιο
A key finding from the crisis is that euro area membership has stripped Member States of some policy instruments without replacing them with others, centralised at the euro area level.
Μία βασική διαπίστωση από την κρίση είναι ότι η συμμετοχή στην ευρωζώνη απογύμνωσε τα κράτη-μέλη από ορισμένα μέσα πολιτικής, χωρίς να τα αντικαταστήσει με άλλα, στο κέντρο της ευρωζώνης.
A key finding of this report is that the government used rockets
Ένα βασικό συμπέρασμα αυτής της έκθεσης είναι ότι η κυβέρνηση χρησιμοποίησε ρουκέτες
One key finding of the TI survey, conducted between October 2008
Ένα βασικό εύρημα της έρευνας του διεθνούς οργανισμού TI,
This is the key finding of a 2006 study on the professional value of the Erasmus scheme by the International Centre for Higher Education Research
Αυτή είναι η βασική διαπίστωση μιας μελέτης του 2006 για την επαγγελματική αξία του συστήματος Erasmus που εκπόνησαν το Διεθνές Κέντρο Ερευνών για την Τριτοβάθμια Εκπαίδευση
Another key finding from the study indicates that the similar types of short-term complications including delayed healing,
Ένα άλλο βασικό εύρημα της μελέτης είναι ότι παρόμοιοι τύποι βραχυπρόθεσμων επιπλοκών, όπως καθυστερημένη επούλωση,
Another key finding is that“Social Proofing”- the use of social sharing content to show friend activity directly on an ecommerce site- significantly increases shopper confidence in a retailer's ecommerce site.
Ένα άλλο βασικό συμπέρασμα ήταν ότι η κοινωνική δοκιμασία- η χρήση του περιεχομένου κοινωνικής συμμετοχής site-commerce- αυξάνει σημαντικά την εμπιστοσύνη των αγοραστών σε έναν ιστότοπο ηλεκτρονικού εμπορίου ενός εμπόρου λιανικής πώλησης.
Another key finding refers to how a high level of employee participation(whether formal
Μια ακόμη βασική διαπίστωση αφορά το πώς τα υψηλά επίπεδα συμμετοχής των εργαζομένων(είτε επίσημης
A key finding of the ESRB task force,
Ένα βασικό εύρημα της ειδικής ομάδας του ΕΣΣΚ,
A key finding of the report indicates that of the more than 600 investors Colliers surveyed,
Ένα βασικό συμπέρασμα της έκθεσης είναι ότι περισσότεροι από τους 600 επενδυτές που συμμετείχαν στην έρευνα της Colliers,
A key finding is the worship Temple of Artemis,
Βασικό εύρημα αποτελεί ο λατρευτικός Ναός της Αρτέμιδας,
said the key finding was the mechanism that a genetic deficiency of NAD could cause birth defects.
δήλωσε ότι το βασικό εύρημα ήταν ο μηχανισμός σύμφωνα με τον οποίο μία γενετική ανεπάρκεια του NAD θα μπορούσε να προκαλέσει γενετικές ανωμαλίες.
This contributes to a deep sense of disaffection among Greeks, but a key finding of this study is that for most Greeks,
Αυτό συμβάλλει στην πρόκληση έντονης δυσαρέσκειας στον ελληνικό λαό· όμως, το σημαντικότερο εύρημα αυτής της μελέτης είναι το
The key finding is that these children not only have inflamed joints,
Το κύριο συμπέρασμα είναι ότι τα παιδιά αυτά δεν έχουν μόνο φλεγμονή των αρθρώσεων,
Results: 88, Time: 0.0365

Word-for-word translation

Top dictionary queries

English - Greek