PREACHING WORK in Greek translation

['priːtʃiŋ w3ːk]
['priːtʃiŋ w3ːk]

Examples of using Preaching work in English and their translations into Greek

{-}
  • Colloquial category close
  • Official category close
  • Medicine category close
  • Ecclesiastic category close
  • Financial category close
  • Official/political category close
  • Computer category close
Our preaching work is primarily financed by voluntary donations from Jehovah's Witnesses.
Το έργο κηρύγματος χρηματοδοτείται κυρίως από προαιρετικές συνεισφορές των Μαρτύρων του Ιεχωβά.
BAPTIZED 1908 PROFILE Spearheaded the early preaching work in West Africa.
ΙΣΤΟΡΙΚΟ Πρωτοστάτησε στις αρχικές προσπάθειες για την επιτέλεση του έργου κηρύγματος στη Δυτική Αφρική.
Russell knew that a great preaching work had to be done.
Ο Ρώσσελ ήξερε ότι έπρεπε να γίνει ένα μεγάλο έργο κηρύγματος.
What questions are raised in connection with a modern-day preaching work?
Ποια ερωτήματα εγείρονται σχετικά μ' ένα σύγχρονο έργο κηρύγματος;?
It helps us to see how important our preaching work is.
Μας βοηθάει να διακρίνουμε πόσο σημαντικό είναι το έργο κηρύγματος που διεξάγουμε.
Instead, as he had foretold, a global preaching work was to be done….
Αντίθετα, όπως είχε προείπει, επρόκειτο να γίνει ένα παγκόσμιο έργο κηρύγματος.
How did the new name stimulate the preaching work?
Πώς έδωσε ώθηση το νέο όνομα στο έργο κηρύγματος;?
No other religious organization on earth is doing this preaching work.
Καμμιά άλλη θρησκευτική οργάνωσις πάνω στη γη δεν κάνει αυτό το έργο κηρύγματος.
What changes have occurred in people's lives due to the preaching work?
Τι αλλαγές έχουν γίνει στη ζωή πολλών ανθρώπων λόγω του έργου του κηρύγματος;?
(a) What indicates that the angels are supporting our preaching work?
(α) Τι δείχνει ότι οι άγγελοι υποστηρίζουν το έργο κηρύγματος που κάνουμε;?
right away resumed her preaching work.
ξανάρχισε αμέσως το έργο κηρύγματος.
Jesus described the scope of the preaching work by saying that the good news would be preached“in all the inhabited earth.”.
Ο Ιησούς περιέγραψε την έκταση του έργου κηρύγματος λέγοντας ότι τα καλά νέα θα κηρύττονταν«σε όλη την κατοικημένη γη».
Spearheading this preaching work was the apostle Paul,
Στην πρώτη γραμμή αυτού του έργου κηρύγματος ήταν ο απόστολος Παύλος,
The husband sees that he must submit to the headship of Christ and do a preaching work.
Ο σύζυγος διακρίνει ότι πρέπει να υποταχθή στην ηγεσία του Χριστού και να κάνη ένα έργον κηρύγματος.
(b) What view of the preaching work did Jehovah's witnesses continue to have?
(β) Ποια άποψι του έργου κηρύγματος είχαν και εξακολουθούν να έχουν οι μάρτυρες του Ιεχωβά;?
Korea describe the preaching work there.
να περιγράψουν το εκεί έργον κηρύγματος.
which is a part of their preaching work, done under angelic direction.-Rev. 14:6.
το οποίο αποτελεί μέρος του έργου κηρύγματος που κάνουν υπό αγγελική κατεύθυνση.-Αποκ. 14:6.
In probably no other continent has the preaching work of Jehovah's witnesses had such a tremendous effect as in Africa.
Πιθανώς σε καμμιά άλλη ήπειρο δεν είχε τόσο τεράστια επίδρασι το έργον κηρύγματος των μαρτύρων του Ιεχωβά όσο στην Αφρική.
However, were all spirit-anointed Christians involved in overseeing the preaching work and in preparing spiritual food?
Συμμετείχαν, όμως, όλοι οι χρισμένοι με το πνεύμα Χριστιανοί στην επίβλεψη του έργου κηρύγματος και στην προετοιμασία της πνευματικής τροφής; Όχι?
Without delay, Jesus used the newly appointed faithful slave to help our brothers see the urgency of the preaching work.
Χωρίς καθυστέρηση, ο Ιησούς χρησιμοποίησε τον νεοδιορισμένο πιστό δούλο για να βοηθήσει τους αδελφούς μας να αντιληφθούν τον επείγοντα χαρακτήρα του έργου κηρύγματος.
Results: 457, Time: 0.035

Word-for-word translation

Top dictionary queries

English - Greek