RANDOMIZED CONTROLLED TRIALS in Greek translation

τυχαιοποιημένων ελεγχόμενων δοκιμών
τυχαίες ελεγχόμενες δοκιμές
τυχαιοποιημένων ελεγχόμενων μελετών
οι τυχαιοποιημένες κλινικές μελέτες
τυχαιοποιημένες ελεγχόμενες δοκιμασίες

Examples of using Randomized controlled trials in English and their translations into Greek

{-}
  • Colloquial category close
  • Official category close
  • Medicine category close
  • Ecclesiastic category close
  • Financial category close
  • Official/political category close
  • Computer category close
In randomized controlled trials of elderly individuals, supplementing with Vitamin D has lowered risk of both falls and fractures.
Σε τυχαιοποιημένες ελεγχόμενες δοκιμές ηλικιωμένων, η συμπλήρωση με τη βιταμίνη D φαίνεται να μειώνει τον κίνδυνο πτώσεων και καταγμάτων.
A new systematic review and meta-analysis of randomized controlled trials has concluded that eating oat fibre can reduce all three markers.
Μια νέα συστηματική ανασκόπηση και μετα-ανάλυση των τυχαιοποιημένων ελεγχόμενων μελετών κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η κατανάλωση βρώμης μπορεί να μειώσει αυτούς τους τρεις δείκτες.
The hypothesis is not universally accepted as several randomized controlled trials failed to demonstrate worsening of acid reflux disease symptoms following eradication of H. pylori.
Η υπόθεση δεν είναι καθολικά αποδεκτή καθώς αρκετές τυχαίες ελεγχόμενες δοκιμές δεν κατάφεραν να αποδείξουν επιδείνωση των συμπτωμάτων της οξέας παλινδρόμησης μετά από εξάλειψη του ελικοβακτηριδίου του πυλωρού.
Both meta-analyses, which statistically combine the results of several randomized controlled trials, and other systematic reviews of the literature are essential tools to summarize evidence of therapeutic efficacy.
Και οι μετα-αναλύσεις, οι οποίες συνδυάζουν στατιστικά δεδομένα μερικών τυχαιοποιημένων ελεγχόμενων δοκιμών, και άλλου είδους συστηματικές ανασκοπήσεις της βιβλιογραφίας, είναι απαραίτητα εργαλεία για τη σύνοψη των αποδείξεων της φαρμακευτικής αποτελεσματικότητας.
Results: Six randomized controlled trials and nine observational studies utilizing eHealth technologies in IBD were identified.
Αποτελέσματα: Βρέθηκαν 6 τυχαιοποιημένες ελεγχόμενες μελέτες και 9 μελέτες παρατήρησης οι οποίες διερεύνησαν τη χρήση των ηλεκτρονικών μέσων σε ασθενείς με ΙΦΝΕ.
Seven of the studies were randomized controlled trials, a type considered to be the gold standard in scientific research.”.
Επτά από τις μελέτες ήταν τυχαιοποιημένες ελεγχόμενες δοκιμές, ένα είδος που θεωρείται ότι είναι η πρότυπη διαδικασία στην επιστημονική έρευνα.
the Netherlands systematically reviewed 37 randomized controlled trials(involving 2,768 participants).
την Ολλανδία έκαναν συστηματική ανάλυση 37 τυχαιοποιημένων ελεγχόμενων δοκιμών, οι οποίες περιελάμβαναν 2.768 άτομα.
A 2011 meta-analysis of 13 randomized controlled trials found that vitamin C significantly reduced levels of uric acid in the blood.
Μία μετα-ανάλυση του 2011 με 13 τυχαιοποιημένες ελεγχόμενες μελέτες διαπίστωσε ότι η βιταμίνη C μειώνει σημαντικά τα επίπεδα του ουρικού οξέος στο αίμα.
Seven of these studies were randomized controlled trials that followed 1,003 people for an average of six months.
Εφτά από τις έρευνες ήταν τυχαιοποιημένες ελεγχόμενες δοκιμές που πραγματοποιήθηκαν σε 1.003 ανθρώπους, για 6 μήνες κατά μέσον όρο.
Netherlands conducted a systematic review of 37 randomized controlled trials, which included 2,768 subjects.
την Ολλανδία έκαναν συστηματική ανάλυση 37 τυχαιοποιημένων ελεγχόμενων δοκιμών, οι οποίες περιελάμβαναν 2.768 άτομα.
In two randomized controlled trials comparing glucosamine to ibuprofen,
Σε δύο τυχαιοποιημένες ελεγχόμενες μελέτες που συνέκριναν τη γλυκοζαμίνη με την ιβουπροφαίνη,
There are no randomized controlled trials to guide the decision as to which procedure is best.[9].
Δεν υπάρχουν τυχαιοποιημένες ελεγχόμενες δοκιμές για να καθοδηγήσουν την απόφαση σχετικά με ποια διαδικασία είναι η καλύτερη.[2].
appears to suppress tics with a magnitude of benefit similar to that of the classic neuroleptics, based on randomized controlled trials.
εμφανίζεται να καταστέλλει τα tics με ένα μέγεθος οφέλους παρόμοιο εκείνου των κλασικών νευροληπτικών, βάσει τυχαιοποιημένων ελεγχόμενων δοκιμών.
These studies are called randomized controlled trials, which are the gold standard of scientific experiences in humans.
Όλα αυτές είναι οι λεγόμενες τυχαιοποιημένες ελεγχόμενες μελέτες, οι οποίες αποτελούν τις χρυσές προδιαγραφές των επιστημονικών πειραμάτων που διεξάγονται σε ανθρώπους.
The meta-analysis reviewed 24 randomized controlled trials that included almost 5,000 participants
Η μετα-ανάλυση εξέτασε 24 τυχαιοποιημένες ελεγχόμενες δοκιμές που περιελάμβαναν σχεδόν 5 συμμετέχοντες
The debate about the use of cannabinoid products in pediatric patients has persisted owing to the lack of well-developed and published randomized controlled trials.
Η αντιπαράθεση σχετικά με τη χρήση προϊόντων με κανναβινοειδή σε ασθενείς παιδιά, συνεχίστηκε λόγω της έλλειψης καλά αναπτυγμένων και δημοσιευμένων τυχαιοποιημένων ελεγχόμενων δοκιμών.
Hooper and her colleagues looked at data from randomized controlled trials that followed patients from one to six years.
Η Χούπερ και οι συνεργάτες της εξέτασαν δεδομένα από τυχαιοποιημένες ελεγχόμενες μελέτες που είχαν παρακολουθήσει τους εθελοντές για 1-6 χρόνια.
In fact, higher-level studies, called randomized controlled trials, suggest that it is not important whether you eat
Στην πραγματικότητα, μελέτες υψηλότερης ποιότητας που ονομάζονται τυχαιοποιημένες ελεγχόμενες δοκιμές υποδηλώνουν ότι δεν έχει σημασία αν παραλείπεται
The review comprised 10 randomized controlled trials involving nearly 1,600 adults who had acute,
Η αναθεώρηση αποτελούνταν από 10 τυχαιοποιημένες ελεγχόμενες μελέτες στις οποίες συμμετείχαν σχεδόν 1.6 ενήλικες που είχαν οξεία,
Seven of the studies were randomized controlled trials, involving 1,003 people followed for an average of six months.
Εφτά από τις έρευνες ήταν τυχαιοποιημένες ελεγχόμενες δοκιμές που πραγματοποιήθηκαν σε 1.003 ανθρώπους, για 6 μήνες κατά μέσον όρο.
Results: 169, Time: 0.0475

Word-for-word translation

Top dictionary queries

English - Greek