REGULARLY USE in Greek translation

['regjʊləli juːs]
['regjʊləli juːs]
χρησιμοποιούν συχνά
i often use
i frequently use
i use regularly
i use a lot
σε τακτική βάση χρησιμοποιούν
χρησιμοποιεί τακτικά
i regularly use
καταφεύγει σε τακτική βάση
χρησιμοποιούν συστηματικά

Examples of using Regularly use in English and their translations into Greek

{-}
  • Colloquial category close
  • Official category close
  • Medicine category close
  • Ecclesiastic category close
  • Financial category close
  • Official/political category close
  • Computer category close
The number of households in Bulgaria that regularly use the Internet has tripled in the past year,
Ο αριθμός των νοικοκυριών στη Βουλγαρία που κάνουν τακτική χρήση του διαδικτύου τριπλασιάστηκε κατά το παρελθόν έτος,
Those who regularly use sauerkraut, much less likely to have a cold,
Εκείνοι που χρησιμοποιούν τακτικά ξινολάχανο, πολύ λιγότερο πιθανό να έχουν κρυολογήματα,
In particular, investigators in Directorates A& B regularly use the‘Management and administration' category when they are dealing with administrative tasks e.g. reports which are purely case-related.
Συγκεκριμένα, οι ελεγκτές στις Διευθύνσεις A& B χρησιμοποιούν συστηματικά την κατηγορία«Διαχείριση και διοίκηση», όταν ασχολούνται με διοικητικά καθήκοντα(π.χ. εκθέσεις) που σχετίζονται σαφώς με τις διάφορες υποθέσεις.
People who regularly use this cream note the disappearance of an ugly vascular pattern
Οι άνθρωποι που χρησιμοποιούν τακτικά την κρέμα αυτή σημειώνουν την εξαφάνιση ενός άσχημου αγγειακού σχεδίου
For example, around 70% of EU citizens regularly use email services,
Επί παραδείγματι, σχεδόν το 70% των Ευρωπαίων πολιτών χρησιμοποιεί τακτικά υπηρεσίες ηλεκτρονικού ταχυδρομείου,
B12 deficiency is most likely to occur in people who regularly use antacids or medications that inhibit proton pumps.
Η ανεπάρκεια Β12 είναι πιθανότερο να εμφανιστεί σε άτομα που χρησιμοποιούν τακτικά αντιόξινα ή φάρμακα που αναστέλλουν τις αντλίες πρωτονίων.
For example, around 70% of EU citizens regularly use email services,
Επί παραδείγματι, σχεδόν το 70% των Ευρωπαίων πολιτών χρησιμοποιεί τακτικά υπηρεσίες ηλεκτρονικού ταχυδρομείου,
Newborns and young children are also more susceptible to household air pollution in homes that regularly use polluting fuels and technologies for cooking,
Τα νεογέννητα και τα μικρά παιδιά είναι επίσης πιο ευάλωτα στη μόλυνση του αέρα στα νοικοκυριά που χρησιμοποιούν τακτικά τεχνολογίες και ρυπογόνα καύσιμα για να μαγειρέψουν,
The report also stated that some 33 per cent of Croatian citizens regularly use the Internet.
Η έκθεση ανέφερε επίσης ότι το 33 περίπου τοις εκατό των πολιτών της Κροατίας χρησιμοποιεί τακτικά το Διαδίκτυο.
Such a low price of the drug is very encouraging for patients who regularly use this remedy.
Μια τέτοια χαμηλή τιμή του φαρμάκου είναι πολύ ενθαρρυντική για τους ασθενείς που χρησιμοποιούν τακτικά αυτό το φάρμακο.
Not to mention the open Internet, which Apple supports with Safari, and our customers regularly use with web apps like Instagram and Netflix.
Για να μην αναφέρουμε καν το ανοιχτό Internet που η Apple υποστηρίζει με το Safari και το οποίο οι πελάτες μας χρησιμοποιούν τακτικά με apps Ιστού, όπως το Instagram και το Netflix.
Nevertheless, the drug remains legal to inhale, and approximately half a million young people in the UK regularly use nitrous oxide.
Ωστόσο, το φάρμακο παραμένει νόμιμο και περίπου μισό εκατομμύριο νέοι άνθρωποι στο Ηνωμένο Βασίλειο χρησιμοποιούν τακτικά το υποξείδιο του αζώτου.
To decrease this risk, regularly use a sunscreen with a broad-spectrum SPF value of 15
Για να μειώσετε τον κίνδυνο, χρησιμοποιήστε τακτικά αντηλιακό ευρέως φάσματος SPF 15
The number of Europeans who regularly use foreign languages on the internet,
Ο αριθμός των Ευρωπαίων που χρησιμοποιούν τακτικά ξένες γλώσσες στο διαδίκτυο,
Additionally, 44% regularly use potentially dangerous instruments in the course of their work(compared with 27% inali sectors taken together).
Επιπλέον, ποσοστό 44 % χρησιμοποιεί τακτικά εργαλεία τα οποία ενδέχεται να αποβούν επικίνδυνα κατά τη διάρκεια της εργασίας τους(σύνολο των κλάδων 27 %).
Hogan Many people that regularly use the Internet are affected by nagging fear that online transactions are not safe
Hogan Πολλοί άνθρωποι που χρησιμοποιούν τακτικά το Internet επηρεάζονται από όχληση φόβο ότι οι ηλεκτρονικές συναλλαγές δεν είναι ασφαλή και ότι οποιοσδήποτε μπορεί εύκολα
The large majority regularly use mobile devices protected with a lock code they know by heart,
Η μεγάλη πλειοψηφία χρησιμοποιεί τακτικά κινητές συσκευές που προστατεύονται με κωδικό κλειδώματος που τον ξέρουν απ‘έξω,
Netizens who regularly use these and similar services have become anxious about what the rule may mean for them.
Οι«πολίτες του διαδικτύου»(Netizens) που χρησιμοποιούν τακτικά αυτές τις ιστοσελίδες και παρόμοιες υπηρεσίες είναι ανήσυχοι για το τι μπορεί να σημαίνει για αυτούς ο νόμος αυτός.
you should regularly use the preparation and not stop at the first effects.
θα πρέπει να χρησιμοποιείτε τακτικά το σκεύασμα και να μην σταματάτε με τα πρώτα αποτελέσματα.
Many groups regularly use diverse discussion techniques learned from practitioners in the field of conflict resolution.
Πολλές ομάδες χρησιμοποιούν τακτικά ποικίλες τεχνικές συζήτησης τις οποίες μαθαίνουν από τους επαγγελματίες στον τομέα της επίλυσης συγκρούσεων.
Results: 101, Time: 0.0467

Word-for-word translation

Top dictionary queries

English - Greek