THE BASIC NECESSITIES in Greek translation

[ðə 'beisik ni'sesitiz]
[ðə 'beisik ni'sesitiz]

Examples of using The basic necessities in English and their translations into Greek

{-}
  • Colloquial category close
  • Official category close
  • Medicine category close
  • Ecclesiastic category close
  • Financial category close
  • Official/political category close
  • Computer category close
then choose first of all have the basic necessities of(cabinet, a housekeeper,
επιλέξτε πρώτα απ'όλα να έχουν τις βασικές ανάγκες του(υπουργικό συμβούλιο,
open-plan kitchen which includes a microwave and coffee maker in addition to the basic necessities.
ενιαίο κουζίνα που περιλαμβάνει φούρνο μικροκυμάτων και καφετιέρα, εκτός από τις βασικές ανάγκες.
freely admit that beyond the basic necessities of life money cannot buy the really important things-joy, good health, human understanding.
παραδέχονται ειλικρινά ότι πέραν από τις βασικές ανάγκες της ζωής το χρήμα δεν μπορεί ν' αγοράση τα πραγματικά σπουδαία πράγματα--τη χαρά, την υγεία, την ανθρώπινη κατανόησι.
You need all the money that you require to provide for you the basic necessities of life, whatever that means for you,
Χρειάζεστε όλα τα χρήματα που χρειάζεστε για να σας προσφέρουμε τις βασικές ανάγκες της ζωής, ανεξάρτητα από το τι σημαίνει για εσάς,
let alone making people compete for the basic necessities of life.
πόσο μάλλον κάνοντας τους ανθρώπους να ανταγωνίζονται για τις βασικές ανάγκες της ζωής.
make it possible for all of God's children to have the basic necessities of life, she too will go to hell.”.
να κάνει δυνατό να έχουν όλα τα παιδιά του Θεού τις βασικές ανάγκες της ζωής, κι αυτή θα πάει στην κόλαση.».
make it possible for all of God's children to have the basic necessities of life, she too is going to hell.”.
να κάνει δυνατό να έχουν όλα τα παιδιά του Θεού τις βασικές ανάγκες της ζωής, κι αυτή θα πάει στην κόλαση.».
the ability to purchase the basic necessities will disappear.
η δυνατότητα να αγοράσουν τις βασικές ανάγκες θα εξαφανιστεί.
its oil have been one of the basic necessities of life and has been since the beginnings of civilisation the main essence of the food of Greece.
η ελιά και το λάδι είναι μία από τις βασικές ανάγκες της ζωής και από την έναρξη του ελληνικού πολιτισμού αποτέλεσε την κύρια ουσία των τροφίμων στην Ελλάδα.
the olive tree and its oil have been one of the basic necessities of life and is the main essence of the food of Greece.
η ελιά και το λάδι είναι μία από τις βασικές ανάγκες της ζωής και από την έναρξη του ελληνικού πολιτισμού αποτέλεσε την κύρια ουσία των τροφίμων στην Ελλάδα.
its oil have been one of the basic necessities of life and has been since the beginnings of civilisation the main essence of the food of Greece.
η ελιά και το λάδι είναι μία από τις βασικές ανάγκες της ζωής και από την έναρξη του ελληνικού πολιτισμού αποτέλεσε την κύρια ουσία των τροφίμων στην Ελλάδα.
have accumulated more than enough capital over the ages to provide everyone with at least the basic necessities of a modest livelihood.
έχουν συσσωρεύσει αρκετά κεφάλαια με τα χρόνια, ώστε να μπορούν να καλύπτουν για όλους τουλάχιστον τις βασικές ανάγκες για μια λιτή διαβίωση.
understood enough to take care of the basic necessities of life, but they did not know what kind of a God Jehovah was,
κατανοούσαν αρκετά για να φροντίσουν τις βασικές ανάγκες της ζωής, αλλά δεν γνώριζαν τι είδους Θεός ήταν ο Ιεχωβά ή το θέλημά Του για τον άνθρωπο,
could take care of the basic necessities of life, but they did not know what kind of a God Jehovah was,
κατανοούσαν αρκετά για να φροντίσουν τις βασικές ανάγκες της ζωής, αλλά δεν γνώριζαν τι είδους Θεός ήταν ο Ιεχωβά ή το θέλημά Του για τον άνθρωπο,
Passwords have become the basic necessity for security purposes.
Οι κωδικοί πρόσβασης έχουν γίνει η βασική ανάγκη για λόγους ασφάλειας.
The basic necessity, if talked about a family,
Η βασική ανάγκη, αν μίλησε για μια οικογένεια,
This is because the basic necessity that you really need to get started publishing your own paperless newsletter is content,
Αυτό συμβαίνει επειδή η πιο βασική ανάγκη, όλα όσα χρειάζεται για να ξεκινήσετε να δημοσιεύσετε τη δική σας ισοδύναμό του ενημερωτικού δελτίου είναι πλούτου του περιεχομένου,
It was clean and had all the basic necessities.
Ήταν καθαρό και είχε όλα τα βασικά είδη ανάγκης.
The basic necessities of life to Lloyd.
Των θεμελιωδών λίθων της ζωής στον'Αρη.
These are the basic necessities that a person requires to survive.
Αυτές οι ανάγκες είναι οι βασικότερες ανάγκες που χρειάζεται ένα άτομο για να επιβιώσει.
Results: 716, Time: 0.0423

Word-for-word translation

Top dictionary queries

English - Greek