TO DEVELOP THE ABILITY in Greek translation

[tə di'veləp ðə ə'biliti]
[tə di'veləp ðə ə'biliti]
να αναπτύξει την ικανότητα
να αναπτύξετε τη δυνατότητα
να αναπτυχθεί η ικανότητα
να αναπτύξετε την ικανότητα
στην ανάπτυξη της ικανότητας

Examples of using To develop the ability in English and their translations into Greek

{-}
  • Colloquial category close
  • Official category close
  • Medicine category close
  • Ecclesiastic category close
  • Financial category close
  • Official/political category close
  • Computer category close
To develop the ability to comprehend and manage digital files of various types(text, image, video).
Αναπτύσσει την ικανότητα να κατανοεί και διαχειρίζεται ψηφιακά αρχεία διαφόρων τύπων(κειμένου, εικόνας, βίντεο).
But it takes time and effort to develop the ability to speak or read, it also takes
Αλλά ακριβώς όπως χρειάζεται χρόνος και προσπάθεια για να αναπτύξουν την ικανότητα να μιλούν ή να διαβάζουν,
To develop the ability to handle and lead in digital environments,
Αναπτύσσει την ικανότητα να μετακινείται και να πλοηγείται σε ψηφιακά περιβάλλοντα,
To develop the ability to organise complex efforts,
Να αναπτύξει την ικανότητα των φοιτητών να ηγούνται
MA by Research Journalism gives you the opportunity to develop the ability to manage a complex research project of your choice,
Το MA από την Ερευνητική Δημοσιογραφία σάς δίνει την ευκαιρία να αναπτύξετε τη δυνατότητα διαχείρισης ενός σύνθετου ερευνητικού έργου της επιλογής σας,
At the same time, it has vowed to develop the ability to attack the United States with nuclear warheads,
Η Βόρεια Κορέα έχει υποσχεθεί να αναπτύξει την ικανότητα να επιτεθεί στις Ηνωμένες Πολιτείες με πυρηνικές κεφαλές,
This Master's programme gives you the opportunity to develop the ability to manage a complex research project of your choice,
Το MA από την Ερευνητική Δημοσιογραφία σάς δίνει την ευκαιρία να αναπτύξετε τη δυνατότητα διαχείρισης ενός σύνθετου ερευνητικού έργου της επιλογής σας,
humankind that allowed her to develop the ability to see clearly into the human body
που της επέτρεψαν να αναπτύξει την ικανότητα να βλέπει με διαύγεια μέσα στο ανθρώπινο σώμα
improve their character, to develop the ability to love more purely,
για να βελτιώσουν το χαρακτήρα τους, να αναπτύξουν την ικανότητα να αγαπούν πιο αγνά,
helps the infant to get to know itself, to develop the ability to communicate with others and to develop two-way relationships with its surrounding environment.
βοηθά το νήπιο να γνωρίσει τον εαυτό του, να αναπτύξει την ικανότητα επικοινωνίας με τους άλλους και να διαμορφώσει σχέση αμφίδρομη με το περιβάλλον που ζει.
children need to develop the ability to understand others' behaviours by inferring what is going on internally for those around them.”.
τα παιδιά πρέπει να αναπτύξουν την ικανότητα να κατανοούν τις συμπεριφορές των άλλων συνάγοντας τι συμβαίνει εσωτερικά για τους γύρω τους”.
also instill a special, mental discipline meant to strengthen the spirit and to develop the ability to deal with violent confrontations under intense stress.
προκαλούν τους μαθητές σωματικά, αλλά και με ψυχική πειθαρχία για να ενισχυθεί και να αναπτυχθεί η ικανότητα να αντιμετωπίσουν βίαιες συγκρούσεις κάτω από ιδιαίτερα πιεστικές καταστάσεις.
To develop the ability to remember, you can use the methodical literature,
Να αναπτύξουν την ικανότητα να θυμάται, μπορείτε να χρησιμοποιήσετε τη μεθοδική βιβλιογραφία,
competence gained through professional qualifications and to develop the ability to think strategically about management
την αρμοδιότητα που έχει αποκτηθεί μέσω επαγγελματικών προσόντων και να αναπτύξουν την ικανότητα να σκέφτονται στρατηγικά για τη διαχείριση
technological principles, and to develop the ability to use these principles in developing solutions to engineering problems.
τεχνολογικών αρχών, και να αναπτύξουν την ικανότητα να χρησιμοποιούν αυτές τις αρχές στην ανάπτυξη λύσεων σε προβλήματα μηχανικής.
Today's goal is in principle, to develop the ability of mooring for the third generation ships- above 350 meters of displacement- which will be achieved by the gradual expansion of the port.
Σημερινός στόχος είναι να αναπτυχθεί η δυνατότητα καταρχήν ελλιμενισμού πλοίων τρίτης γενιάς-άνω δηλαδή των 350 μέτρων εκτοπίσματος- γεγονός που θα επιτευχθεί με την σταδιακή επέκταση του λιμανιού με τα εκτελούμενα, αυτή την στιγμή.
our goal is to develop the ability of projection and expansion of the group,
στόχος μας είναι να αναπτύξουμε την ικανότητα προβολής και δημιουργικής επέκτασης της ομάδας,
We need to develop the ability to wield force without ever mistaking power over others for our true objective,
Χρειάζεται να αναπτύξουμε την ικανότητα να ασκήσουμε βία δίχως να παρερμηνεύσουμε την εξουσία μας πάνω στους άλλους ως τον πραγματικό μας στόχο,
But, just like it takes some time and effort to develop the ability to speak or read,
Αλλά ακριβώς όπως χρειάζεται χρόνος και προσπάθεια για να αναπτύξουν την ικανότητα να μιλούν ή να διαβάζουν,
which always asks the question:“What is best for this individual child?” Following a diagnostic test a study plan is set to develop the ability of the child and to progress them beyond the Kumon International Standard,
κάθε φορά θέτουμε το ερώτημα:«Τι είναι καλύτερο για το συγκεκριμένο παιδί;» Μετά από ένα διαγνωστικό τεστ διαμορφώνεται πρόγραμμα άσκησης για να αναπτυχθεί η ικανότητα του παιδιού και να προοδεύσει πέρα από το Διεθνές Πρότυπο Kumon,
Results: 51, Time: 0.0485

Word-for-word translation

Top dictionary queries

English - Greek