WORK COLLABORATIVELY in Greek translation

συνεργάζονται
i work
i collaborate
partner
i'm cooperating
i'm liaising
να εργάζονται συλλογικά
δουλεύουν συνεργατικά
να εργαστείτε από κοινού
συνεργαστεί
i work
i collaborate
partner
i'm cooperating
i'm liaising
λειτουργούν σε συνεργασία
εργασία σε συνεργασία

Examples of using Work collaboratively in English and their translations into Greek

{-}
  • Colloquial category close
  • Official category close
  • Medicine category close
  • Ecclesiastic category close
  • Financial category close
  • Official/political category close
  • Computer category close
quickly learn the material and work collaboratively with their peers who have taken such courses.
γρήγορα μαθαίνουν το υλικό και συνεργάζονται με τους συνομηλίκους τους που έχουν κάνει τέτοια μαθήματα.
teams of teachers“work collaboratively as leaders and partners to make professional decisions over the areas that matter most for their students,
ομάδες εκπαιδευτικών“δουλεύουν συνεργατικά ως ηγέτες και συνεργάτες για να πάρουν επαγγελματικές αποφάσεις πάνω σε θέματα
Knowing how to solve problems, work collaboratively, think innovatively, be empathetic and supportive, make connections across ideas,
Το να γνωρίζουν πώς να λύνουν προβλήματα, να εργάζονται συλλογικά, και να σκέφτονται με τρόπο καινοτόμο αποτελούν πλέον βασικές δεξιότητες,
students of diverse cultures and perspectives work collaboratively to foster academic excellence,
οι σπουδαστές διαφορετικών πολιτισμών και προοπτικών συνεργάζονται για την ενίσχυση της ακαδημαϊκής αριστείας,
In"teacher-powered schools," teams of teachers work collaboratively as leaders and partners to make professional decisions over the areas that matter most for their students,
Σε αυτό το μοντέλο διοίκησης των σχολείων από εκπαιδευτικούς, ομάδες εκπαιδευτικών“δουλεύουν συνεργατικά ως ηγέτες και συνεργάτες για να πάρουν επαγγελματικές αποφάσεις πάνω σε θέματα
so you can live and work collaboratively as a contributing member of society.
να μπορείτε να ζήσετε και να εργαστείτε από κοινού ως μέλος που συμμετέχει στην κοινωνία.
students of diverse cultures and perspectives work collaboratively to foster academic excellence,
οι σπουδαστές διαφορετικών πολιτισμών και προοπτικών συνεργάζονται για την ενίσχυση της ακαδημαϊκής αριστείας,
quickly learn the material and work collaboratively with their peers who have taken such courses.
γρήγορα μαθαίνουν το υλικό και συνεργάζονται με τους συνομηλίκους τους που έχουν κάνει τέτοια μαθήματα.
to live and work collaboratively as contributing members of society.
να μπορείτε να ζήσετε και να εργαστείτε από κοινού ως μέλος που συμμετέχει στην κοινωνία.
They added:“Curaleaf is committed to the highest standards of quality and compliance, and will work collaboratively with the FDA to resolve all issues addressed in the agency's letter.
Όσον αφορά την Curaleaf, η εταιρεία δήλωσε ότι“προσπαθεί να έχει τα υψηλότερα πρότυπα ποιότητας και συμμόρφωσης και θα συνεργαστεί με την FDA για την επίλυση όλων των ζητημάτων που αναφέρονται στην επιστολή.”.
and to live and work collaboratively as contributing members of society.
να μπορείτε να ζήσετε και να εργαστείτε από κοινού ως μέλος που συμμετέχει στην κοινωνία.
students of diverse cultures and perspectives work collaboratively to foster academic excellence,
οι σπουδαστές διαφορετικών πολιτισμών και προοπτικών συνεργάζονται για την ενίσχυση της ακαδημαϊκής αριστείας,
is committed to the highest standards of quality and compliance, and will work collaboratively with the FDA to resolve all issues addressed in the agency's letter.
η εταιρεία δήλωσε ότι“προσπαθεί να έχει τα υψηλότερα πρότυπα ποιότητας και συμμόρφωσης και θα συνεργαστεί με την FDA για την επίλυση όλων των ζητημάτων που αναφέρονται στην επιστολή.”.
Curaleaf said it is“committed to the highest standards of quality and compliance, and will work collaboratively with the FDA to resolve all issues addressed in the agency's letter.
η εταιρεία δήλωσε ότι“προσπαθεί να έχει τα υψηλότερα πρότυπα ποιότητας και συμμόρφωσης και θα συνεργαστεί με την FDA για την επίλυση όλων των ζητημάτων που αναφέρονται στην επιστολή.”.
whose members work collaboratively for the development of society through teaching,
τα μέλη της οποίας εργαστούν από κοινού για την ανάπτυξη της κοινωνίας μέσω της διδασκαλίας,
We need to support the legislation, work collaboratively on its implementation and create an environment in Europe that realises the potential of rapidly advancing science like gene
Πρέπει να ενισχύσουμε τη νομοθεσία, να συνεργαστούμε για την υλοποίησή της και να δημιουργήσουν περιβάλλον στην Ευρώπη που κάνει πραγματικότητα την ταχέως εξελισσόμενη επιστήμη,
to communicate with enthusiasm, work collaboratively and contribute to our community with commitment and creativity.
να επικοινωνεί με ενθουσιασμό, να συνεργάζεται και να συμβάλλει στην κοινωνία μας με δέσμευση και δημιουργικότητα.
create open workspaces that allow Generation Y staff work collaboratively with their team.
να δημιουργήσετε ανοιχτούς χώρους εργασίας που επιτρέπουν στο προσωπικό της Generation Y να συνεργαστεί με την ομάδα τους.
effectively analyse problems, and work collaboratively with allied disciplines like architects,
να αναλύσετε αποτελεσματικά τα προβλήματα και να συνεργαστείτε με συναφείς κλάδους όπως αρχιτέκτονες,
skills necessary to create a positive classroom environment and work collaboratively with other stakeholders within
να δημιουργούν θετικό περιβάλλον στη σχολική αίθουσα και να συνεργάζονται με άλλους ενδιαφερόμενους φορείς,
Results: 53, Time: 0.061

Word-for-word translation

Top dictionary queries

English - Greek