A LIGHT SOURCE in Greek translation

[ə lait sɔːs]
[ə lait sɔːs]
μια φωτεινή πηγή
μια πηγή φωτισμού
μία πηγή φωτός
μία φωτεινή πηγή
μιας πηγής φωτός
μια πηγή φωτιάς

Examples of using A light source in English and their translations into Greek

{-}
  • Colloquial category close
  • Official category close
  • Medicine category close
  • Ecclesiastic category close
  • Financial category close
  • Official/political category close
  • Computer category close
LED tube with light-emitting diode as a light source, higher luminous efficiency.
LED σωλήνα με δίοδο εκπομπής φωτός ως πηγή φωτός, υψηλότερη απόδοση φωτισμού.
A flashlight has been used as a light source.
Ένας φακός χρησιμοποιήθηκε ως πηγή φωτός.
It greatly improves the image rendering performance when shooting against a light source.
Βελτιώνει σημαντικά την απόδοση της εικόνας κατά τη φωτογράφιση κόντρα σε πηγή φωτός.
Super bright and long-lasting, equipped with low-power high brightness LED as a light source.
Εξαιρετικά φωτεινή και μακράς διαρκείας, εξοπλισμένη με LED χαμηλής ισχύος υψηλής φωτεινότητας ως πηγή φωτός.
The object is illuminated by a light source.
Το αντικείμενο φωτίζεται από φωτεινή πηγή.
They can be a light source that lights an object in the photo but not appear in the photo themselves.
Μπορούν να είναι μια πηγή φωτός που φωτίζει ένα αντικείμενο στη φωτογραφία, αλλά να μην φαίνονται αυτά στη φωτογραφία.
Photometric system: a light source for the light bulb 15 w,
Φωτομετρικό σύστημα: μια πηγή φωτός για τη λάμπα φωτός 15 W,
Given a light source and a spherical mirror,
Με δεδομένη μια φωτεινή πηγή κι ένα σφαιρικό κάτοπτρο,
For a light source with mixed wavelengths, the number of lumens per watt can be calculated by means of the luminosity function.
Για μια φωτεινή πηγή με ανάμεικτα μήκη κύματος ο αριθμός των lumens ανά watt μπορεί να υπολογιστεί με τη βοήθεια της συνάρτησης φωτεινότητας.
For example, it notes that a light source could automatically trigger an adjustment of the opacity of the glasses.
Παραδείγματος χάριν, σημειώνει ότι μια πηγή φωτός θα μπορούσε να ενεργοποιήσει αυτόματα μια ρύθμιση της αδιαφάνειας των γυαλιών.
At the top of the structure there is a light source with special characteristics visible from everywhere on the horizon
Στην κορυφή του κτιρίου υπάρχει μια πηγή φωτισμού με ειδικές χαρακτηριστικές ορατή από παντού στον ορίζοντα
A light source shining through the translucent medium projects shadows onto temporary walls overshadowed by a tower bearing mighty emblems.
Μια φωτεινή πηγή που λάμπει μέσα από το ημιδιαφανές μέσο, σκιάζει σε προσωρινούς τοίχους που επισκιάζονται από έναν πύργο που φέρει έντονα έμβλημα.
Imagine a light source that's energy efficient
Φανταστείτε μια πηγή φωτισμού που είναι ενεργειακά αποδοτική
A light source will be needed inside the tank
Μια πηγή φωτός θα απαιτείται μέσα στη δεξαμενή
The probe houses a light source, a light detector,
Ο αισθητήρας αυτός φιλοξενεί μία πηγή φωτός, έναν ανιχνευτή φωτός
The number of lumens a light source can emit depends on the spectrum the light is emitting.
Ο αριθμός των αυλών που μια φωτεινή πηγή μπορεί να εκπέμπει εξαρτάται από το φάσμα που εκπέμπει το φως.
Profresh is the leanding brand under KAPATA company to develop a light source that combines superior color rendering with reduction of harmful radiation.
Promolux είναι ο πρώτος κατασκευαστής να αναπτυχθεί μια εμπορική πηγή φωτισμού που συνδυάζει την ανώτερη απόδοση χρωμάτων με τη μείωση των βλαβερών ακτινοβολιών.
you need a tube 3 cm in diameter and a light source.
χρειάζεστε έναν σωλήνα διαμέτρου 3 εκατοστών και μια πηγή φωτός.
(a), that on the surface of the white dwarf is a light source So, which emits,
(a) ότι, στην επιφάνεια του λευκού νάνου υπάρχει μία φωτεινή πηγή So, η οποία εκπέμπει κατακόρυφα
A light pillar is an atmospheric optical phenomenon in which a vertical beam of light appears to extend above and/or below a light source.
Ένας ελαφρός στύλος είναι ένα ατμοσφαιρικό οπτικό φαινόμενο στο οποίο μια κατακόρυφη δέσμη φωτός φαίνεται να εκτείνεται πάνω ή και κάτω από μία πηγή φωτός.
Results: 186, Time: 0.0431

Word-for-word translation

Top dictionary queries

English - Greek