BETTER KNOWLEDGE in Greek translation

['betər 'nɒlidʒ]
['betər 'nɒlidʒ]
να γνωρίσουν καλύτερα
καλύτερης γνωριμίας
καλύτερη γνώσι
καλύτερης γνώσης
καλύτερες γνώσεις

Examples of using Better knowledge in English and their translations into Greek

{-}
  • Official category close
  • Colloquial category close
  • Medicine category close
  • Ecclesiastic category close
  • Financial category close
  • Official/political category close
  • Computer category close
Livingston expressed hope that better knowledge about the biochemical side of food addiction might result in lessened guilt
Η Λίβινγκστον εξέφρασε την ελπίδα ότι η καλύτερη γνώση σχετικά με τη βιοχημική πλευρά του εθισμού των τροφίμων μπορεί να οδηγήσει σε ελάτωση της ενοχής
and therefore better knowledge, of the GMMs used.
δηλαδή την καλύτερη γνώση, των ΓΤΜ που χρησιμοποιούνται.
Nevertheless, the condition for the efficient use of these funds is better knowledge of the potential beneficiaries of the financing opportunities offered.
Παρά ταύτα, η προϋπόθεση για την αποδοτική χρήση αυτών των κονδυλίων είναι η καλύτερη γνώση των δυνητικών δικαιούχων για τις ευκαιρίες χρηματοδότησης που προσφέρονται.
competition as to who is more true or has better knowledge of history.
για αναζητήσεις του ποιος κατέχει την περισσότερη αλήθεια ή την καλύτερη γνώση της ιστορίας.
For any better knowledge of how forskolin operates,
Για την καλύτερη κατανόηση του τρόπου με φορσκολίνη έργων,
Better knowledge: Cooperation with other EU institutions
Βελτίωση των γνώσεων: η συνεργασία με άλλα θεσμικά όργανα της ΕΕ
issues on which mutual recognition should contribute to better knowledge of the various legal systems and practices.
θέματα στα οποία η αμοιβαία αναγνώριση θα πρέπει να συμβάλλει στην καλύτερη κατανόηση των διαφόρων νομικών συστημάτων και πρακτικών.
The aim of the program is for students from Istanbul to gain better knowledge of the Greek lifestyle,
Στόχος του προγράμματος ήταν οι μαθητές από την Κωνσταντινούπολη να γνωρίσουν καλύτερα τον ελληνικό τρόπο ζωής,
stronger national inspections and better knowledge about waste management would bring major improvements.
η ενίσχυση των εθνικών επιθεωρήσεων και η βελτίωση των γνώσεων για τη διαχείριση των αποβλήτων θα απέφερε μείζονες βελτιώσεις.
Vietnam benefiting from the mutual advantages offered to airlines, and for these to lead to their peoples to have better knowledge of each other.
του Βιετνάμ να επωφεληθούν από τα αμοιβαία οφέλη που προσφέρονται στις αεροπορικές εταιρείες και αυτές να οδηγήσουν στην καλύτερη κατανόηση μεταξύ των δύο λαών.
The aim of the program is for students from Istanbul to gain better knowledge of the Greek lifestyle,
Στόχος της φιλοξενίας των μαθητών του Ζωγραφείου ήταν να γνωρίσουν καλύτερα τον ελληνικό τρόπο ζωής,
special representatives who are trained in aiding others to gain a better knowledge of the Lord's Word.
ειδικούς αντιπροσώπους, οι οποίοι είναι εκπαιδευμένοι για να βοηθήσουν άλλους ν' αποκτήσουν καλύτερη γνώσι του λόγου του Κυρίου.
in order to acquire a better knowledge of the nature of reality,
ώστε να αποκτούν μια καλύτερη κατανόηση της φύσης της πραγματικότητας,
says that stronger national inspections and better knowledge about waste management would bring major improvements.
η ενίσχυση των εθνικών επιθεωρήσεων και η βελτίωση των γνώσεων για τη διαχείριση των αποβλήτων θα απέφερε μείζονες βελτιώσεις, υπογραμμίζει η Επιτροπή.
this should be manifest from our earnest desire to come to a better knowledge of Jehovah God
αυτό πρέπει να είναι φανερό από τη θερμή επιθυμία μας να έλθωμε σε καλύτερη γνώσι του Ιεχωβά Θεού
says that stronger national inspections and better knowledge about waste management would bring major improvements.
η ενίσχυση των εθνικών επιθεωρήσεων και η βελτίωση των γνώσεων για τη διαχείριση των αποβλήτων θα απέφερε μείζονες βελτιώσεις».
boosting productivity through better knowledge is a much more attractive source of profit than extending the working day,
η ενίσχυση της παραγωγικότητας μέσω καλύτερης γνώσης είναι μια πολύ πιο ελκυστική πηγή κερδοφορίας από την επέκταση των ωρών εργασίας,
women had slightly better knowledge than men about the calorie needs per day of the average active adult,
οι γυναίκες είχαν ελαφρώς καλύτερες γνώσεις από τους άντρες σχετικά με τις ημερήσιες ενεργειακές ανάγκες ενός μέσου δραστήριου ενήλικα,
boosting productivity through better knowledge is a much more attractive source of profit than extending the working day,
η ενίσχυση της παραγωγικότητας μέσω καλύτερης γνώσης είναι μια πολύ πιο ελκυστική πηγή κερδοφορίας από την επέκταση των ωρών εργασίας,
We encourage you to develop better knowledge on leverage products
Σας ενθαρρύνουμε να αναπτύξετε καλύτερες γνώσεις σχετικά με τα χρηματοοικονομικά προϊόντα
Results: 145, Time: 0.0425

Word-for-word translation

Top dictionary queries

English - Greek