CONSTRUCTIVISM in Greek translation

κονστρουκτιβισμός
constructivism
constructionism
εποικοδομητισμός
constructivism
constructivism
cutie
pancreas
fecal
bipolar
organism
regret
antibiotic
consul
τον κονστρουκτιβισμό
ο εποικοδομισμός
constructivism
ο οικοδομισμός
constructivism
του κονστρουκτιβισμού
κονστρουκτιβισμού
constructivism
constructionism
κονστρουκτιβισμό
constructivism
constructionism
ο κονστρακτιβισμός
οικοδομισμού

Examples of using Constructivism in English and their translations into Greek

{-}
  • Colloquial category close
  • Official category close
  • Medicine category close
  • Ecclesiastic category close
  • Financial category close
  • Official/political category close
  • Computer category close
Constructivism was an artistic
Ο κονστρουκτιβισμός ήταν μια καλλιτεχνική
Fundamentally, Constructivism is a cognitive learning theory because of its focus on the mental processes that construct meaning.
Βασικά, ο Εποικοδομητισμός είναι μια γνωστική μαθησιακή θεωρία, διότι τονίζει τις διανοητικές διεργασίες που δημιουργούν τη γνώση.
Constructivism(1925-1932)===In 1924, Golosov was profoundly impressed by
Κονστρουκτιβισμός(1925-1932) ===Το 1924, ο Γκολόσοφ εντυπωσιάστηκε από τα σχέδια των αδελφών Vesnin για το Arkos
Art Deco and Constructivism.
Art Deco και Constructivism.
Constructivism was an artistic
Ο κονστρουκτιβισμός ήταν μια καλλιτεχνική
Individual Constructivism[edit].
δείτε την επιστημολογία(επ)οικοδομισμού(constructivist epistemology).
Constructivism requires every creation to be a construction on a plane that gives it an autonomous existence.
Ο κονστρουκτιβισμός απαιτεί κάθε δημιουργία να είναι κατασκευή[πάνω] σε ένα επίπεδο που της δίνει αυτόνομη ύπαρξη.
A leader of Constructivism in 1925-1931, Ilya Golosov later developed his own style of early stalinist architecture known as postconstructivism.
Ηγέτης του κονστρουκτιβισμού τα έτη 1925-1931, ο Ίλια Γκολόσοφ αργότερα ανέπτυξε το δικό του στυλ του μετα-κονστρουκτιβισμού.
Social constructivism is in one sense an extension of instrumentalism that incorporates the social aspects of science.
Ο κοινωνικός κονστρουκτιβισμός αποτελεί κατά μία έννοια προέκταση του ινστρουμενταλισμού που εστιάζει στις κοινωνικές όψεις της επιστημονικής δραστηριότητας.
In a second version, radical constructivism, our mental instruments of production have no connection to the extramental-which necessarily leads to solipsism.
Σύμφωνα με μια δεύτερη εκδοχή, έναν ριζοσπαστικό κονστρουκτιβισμό, τα διανοητικά εργαλεία της παραγωγής δεν συσχετίζονται με τον κόσμο πέραν της νόησης-γεγονός που οδηγεί κατ΄ ανάγκην στο σολιψισμό.
On the basis of the theories of constructivism and social constructionism every psychological problem is considered to be a construction
Με βάση τις θεωρίες του κονστρουκτιβισμού και του κοινωνικού κονστρουξιονισμού οποιαδήποτε άποψη για ένα ψυχολογικό πρόβλημα θεωρείται κατασκευή
Constructivism was an artistic
Ο κονστρουκτιβισμός ήταν μια καλλιτεχνική
The overt reference to Russian Constructivism evokes failed idealism,
Η προφανής αναφορά στο ρωσικό κονστρουκτιβισμό φέρνει στην σκέψη τον αποτυχημένο ιδεαλισμό,
Artistically, Gurovich was inspired by the Russian movement of Constructivism from the late 1920s,
Από καλλιτεχνικής άποψης, ο Γκούροβιτς εμπνεύστηκε από το ρωσικό κίνημα του κονστρουκτιβισμού από τα τέλη της δεκαετίας του 1920,
Constructivism had a great impact on modern art movements of the 20th century,
Ο κονστρουκτιβισμός είχε μια μεγάλη επίδραση στα μοντέρνα κινήματα τέχνης του 20ου αιώνα,
he worked with elements from cubism, constructivism and even surrealism, giving form in
επιλέγει στοιχεία από τον κυβισμό, τον κονστρουκτιβισμό αλλά και το σουρεαλισμό, δίνοντας μορφή σε ό,
Cubism and Constructivism.
τον κυβισμό και κονστρουκτιβισμού.
In constructivism style cabinets
Σε κονστρουκτιβισμός ντουλάπια στυλ
was at origin of Constructivism.
σχετίζεται και με την εμφάνιση του κονστρουκτιβισμού.
user-friendly constructivism.
φιλικό προς το χρήστη κονστρουκτιβισμό.
Results: 229, Time: 0.053

Top dictionary queries

English - Greek