FINALLY FOUND in Greek translation

['fainəli faʊnd]
['fainəli faʊnd]
βρει τελικά
βρήκαν τελικά
βρήκα τελικά
βρήκα επιτέλους
βρήκαν επιτέλους
βρεί τελικά
finally discovered
finally found
επιτέλους βρεί

Examples of using Finally found in English and their translations into Greek

{-}
  • Colloquial category close
  • Official category close
  • Medicine category close
  • Ecclesiastic category close
  • Financial category close
  • Official/political category close
  • Computer category close
I think today, someone finally found me.
Νομίζω ότι σήμερα, κάποιος με βρήκε τελικά.
On Sunday I finally found some snow boots.
Οι νάνοι μου βρήκαν επιτέλους τη Χιονάτη τους.
I finally found him.
Τον βρήκα τελικά.
Looks like Brenda finally found someone who can keep up with her on the floor.
Φαίνεται πως η Μπρέντα βρήκε επιτέλους κάποιον που να την συνοδεύει στην πίστα.
Finally found one that matched.
Βρήκα επιτέλους αυτό που ταιριάζει.
As if he had finally found his natural state.
Λες και είχε βρει επιτέλους την πραγματική της πατρίδα….
She transformed into a detective defying all risks encountered and finally found the edge….
Μεταμορφώθηκε σε ντετέκτιβ αψηφώντας κάθε κίνδυνο που συναντούσε και βρήκε τελικά την άκρη….
I said to myself,"The Army's finally found a way to screw me.".
Τότε είπα πως βρήκε επιτέλους ο Στρατός τρόπο να με γαμήσει.
Finally found my doctor!
Βρήκα επιτέλους τον γιατρό μου!
I actually looked for him three years until I finally found him.
Βασικά τον έψαχνα τρία χρόνια μέχρι που τον βρήκα τελικά.
When her eyes finally found.
Κι όταν τα χείλη του βρήκαν επιτέλους το.
I have finally found my love.
Έχω βρει επιτέλους την αγάπη μου.
The search which triggered the persistent where finally found its destination in utopia.
Η αναζήτηση που ενεργοποίησε το επίμονο where βρήκε τελικά προορισμό την ουτοπία.
This fantastic work finally found its place.
Μια εξαιρετική συλλογή βρήκε επιτέλους τη θέση της.
I actually finally found a nanny.
Βρήκα επιτέλους νταντά.
And then, this morning, I finally found him.
Ύστερα, σήμερα το πρωί, τον βρήκα τελικά.
The spark had finally found, in itself, a family.
Η Ειρήνη είχε βρει επιτέλους μια καινούρια οικογένεια.
The police finally found us.
Η αστυνομία μας βρήκε τελικά.
Mayk Schmidt finally found a job as a night watchman in a cafe and pizzeria.
Mayk Schmidt βρήκε επιτέλους μια δουλειά ως νυχτοφύλακας σε ένα καφέ και πιτσαρία.
Finally found my way back to your blog!
Βρήκα επιτέλους τον τρόπο να σε επισκέπτομαι στο blog σου!
Results: 256, Time: 0.0531

Word-for-word translation

Top dictionary queries

English - Greek