HAVE REGULAR in Greek translation

[hæv 'regjʊlər]
[hæv 'regjʊlər]
έχουν τακτικές
έχουν κανονικές
έχουν κανονικά
έχουν τακτική
έχουν τακτικά
έχουν τακτικούς
έχουν κανονικό
κάνουν τακτική
έχει συνηθισμένες

Examples of using Have regular in English and their translations into Greek

{-}
  • Colloquial category close
  • Official category close
  • Medicine category close
  • Ecclesiastic category close
  • Financial category close
  • Official/political category close
  • Computer category close
Most men have regular jobs and proudly explain than they volunteer one work shift daily for their country.
Οι περισσότεροι άνδρες έχουν τακτικές εργασίες και με περηφάνια εξηγούν οτι εθελοντικά δουλεύουν μια βάρδια την ημέρα για τη χώρα τους.
In this respect, EU officials have regular contacts with the two Special Envoys,
Εν προκειμένω, οι αξιωματούχοι της ΕΕ έχουν τακτικές επαφές με τους δύο ειδικούς απεσταλμένους,
Santeria priests… have regular jobs… in addition to their position as advisors to the godchildren.
Οι ιερείς του Σαντέρβα… έχουν κανονικές δουλειές… εκτός από την θέση τους ως πνευματικοί στα βαφτιστήρια τους.
students have regular meetings discussions on campus
οι σπουδαστές έχουν τακτικές συναντήσεις συζητήσεων στην πανεπιστημιούπολη
The coaches of these regional trains have regular windows which can be opened,
Τα βαγόνια των εν λόγω περιφερειακών τρένων, έχουν κανονικά παράθυρα που μπορούν να ανοίξουν,
gigs(I have a family, the others all have regular jobs and also other bands they play in).
απλά παίζουμε σε συγκεκριμένες εμφανίσεις(εγώ έχω οικογένεια, οι υπόλοιποι έχουν κανονικές δουλειές και άλλες μπάντες στις οποίες παίζουν).
especially in women who have regular cervical screening,
ειδικά για γυναίκες που κάνουν τακτική εξέταση του τραχήλου της μήτρας,
The largest low cost companies have regular flights to Crete
Οι μεγαλύτερες εταιρείες χαμηλού κόστους έχουν τακτικές πτήσεις προς την Κρήτη
receive full benefits, have regular work schedules and enjoy the benefits of overtime.
λαμβάνουν πλήρη οφέλη, έχουν κανονικά χρονοδιαγράμματα εργασίας και απολαμβάνουν….
The members of the Management Team will have regular meetings to monitor
Τα μέλη της Ομάδας Διαχείρισης θα έχουν τακτικές συναντήσεις για να παρακολουθείται
So it is rare, especially in women who have regular smears, for an abnormal result to show that cancer has already developed.
Έτσι είναι πολύ σπάνιο, ειδικά για γυναίκες που κάνουν τακτική εξέταση του τραχήλου της μήτρας, για ένα ανώμαλο αποτέλεσμα να δείξει ότι ο καρκίνος έχει ήδη αναπτυχθεί.
People with Crohn's disease should have regular check-ins with their doctor
Τα άτομα με νόσο του Crohn πρέπει να έχουν τακτικά check-in με το γιατρό τους
People who have regular interactions and relationships with others tend to be happier
Οι άνθρωποι που έχουν τακτικές θετικές αλληλεπιδράσεις με άλλους, τείνουν να ζουν περισσότερο
Patients often have regular MRIs to monitor their health even if treatment is completed
Οι ασθενείς συχνά έχουν τακτική Μαγνητικές τομογραφίες για να παρακολουθούν την υγεία τους μετά τη θεραπεία έχει τελειώσει
The largest low cost companies have regular flights to Crete
Οι μεγαλύτερες εταιρείες χαμηλού κόστους έχουν τακτικές πτήσεις στην Κρήτη
Children and teens who have regular family dinners enjoy a variety of benefits,
Τα παιδιά και οι έφηβοι που έχουν τακτικά οικογενειακά γεύματα απολαύσουν μια ποικιλία από οφέλη,
Patients often have regular MRIs to monitor their health after treatment is finished
Οι ασθενείς συχνά έχουν τακτική Μαγνητικές τομογραφίες για να παρακολουθούν την υγεία τους μετά τη θεραπεία έχει τελειώσει
Denmark, Finland, Norway and Sweden have regular meetings of central
Η Δανία, η Φινλανδία, η Νορβηγία και η Σουηδία έχουν τακτικές συνεδριάσεις των κεντρικών
Those that have regular tourist-popular routes into Sharm el-Sheik, like British Airways
Όσες έχουν τακτικά δρομολόγια στον δημοφιλή τουριστικό προορισμό Σαρμ Ελ Σέιχ,
Members of CGEO have regular contact with employees from Sri Lanka
Στελέχη του ΠΙΚ έχουν τακτική επαφή με εργαζόμενες από Σρι- Λάνκα
Results: 137, Time: 0.0479

Word-for-word translation

Top dictionary queries

English - Greek