IT CONTRIBUTED in Greek translation

[it kən'tribjuːtid]
[it kən'tribjuːtid]
συνέβαλε
contribute
i help
συνέβαλαν
contribute
i help
συνέβαλλε
contribute
i help
συμβάλει
contribute
i help
συνετέλεσε
contributed
helped
resulted
it drew

Examples of using It contributed in English and their translations into Greek

{-}
  • Official category close
  • Colloquial category close
  • Medicine category close
  • Ecclesiastic category close
  • Financial category close
  • Official/political category close
  • Computer category close
(EL) Madam President, Greece has consistently supported the European prospects of FYROM, to whose economic development has it contributed.
Κυρία Πρόεδρε, η Ελλάδα έχει με συνέπεια υποστηρίξει την ευρωπαϊκή προοπτική της Πρώην Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας και έχει συμβάλει στην οικονομική ανάπτυξή της.
The number of drug overdose deaths in the US was so high in 2017 that it contributed to a drop in life expectancy.
Οι θάνατοι από υπερβολική δόση φαρμάκων στις ΗΠΑ ήταν τόσο υψηλοί το 2017 που συνέβαλαν σε πτώση του συνολικού προσδόκιμου ζωής.
How to make the bathroom comfortable, that it contributed to the awakening of the morning
Πώς να κάνει το μπάνιο άνετο, ότι συνέβαλε στην αφύπνιση το πρωί
Initially planned for up to 40 million euro, it contributed 24.8 million euro to six projects.
Με αρχικό προγραμματισμό για έως και 40 εκατομμύρια ευρώ, συνεισέφερε κ 24, 8 εκατομμύρια ευρώ σε έξι έργα.
And they may even have worsened conditions to such an extent it contributed to the droughts thought to have wiped out the civilisation.
Καθώς δείχνουν τα στοιχεία που συγκεντρώθηκαν, ίσως είχαν επιδεινώσει τόσο τις συνθήκες σε τέτοιο βαθμό που συνέβαλαν στην ξηρασία που θα κατέστρεφε τον πολιτισμό τους.
It contributed to the Mulroney government becoming one of the least popular in Canadian history.
Συνέβαλε στην κυβέρνηση Mulroney που γίνεται ένα από πιό ελάχιστα το δημοφιλές στην καναδική ιστορία.
That same year the British and Foreign Bible Society was founded in London, and it contributed financially to Bible societies on the continent of Europe.
Το ίδιο έτος ιδρύθη στο Λονδίνο η Βιβλική Εταιρία για τη Βρεττανία και την Αλλοδαπή, και συνεισέφερε οικονομικώς στις Βιβλικές Εταιρίες της ηπειρωτικής Ευρώπης.
The forestry sector is vital to the Ghanaian economy, and in 1990 it contributed 4.22% of the country's GDP.
Ο τομέας της δασοκομίας είναι ζωτικός για την οικονομία της Γκάνας και το 1990 συνέβαλε στο 4, 22% του ΑΕγχΠ της χώρας.
Many scientists suggest that when the Tharsis region was formed, it contributed to the growth of Valles Marineris.
Πολλοί επιστήμονες προτείνουν ότι όταν σχηματίστηκε η περιοχή Tharsis, συνέβαλε στην ανάπτυξη του Valles Marineris.
the document was quickly rounded upon by LGBT Catholics who said it contributed to bigotry and violence against gay
καταγγέλθηκε αμέσως από τους LGBT Καθολικούς, καθώς υπογράμμισαν ότι συμβάλλει στον φανατισμό και τη βία κατά των ομοφυλοφίλων
if it has, has it contributed to relocation?
εν τοιαύτη περιπτώσει έχει συνεισφέρει στην μετακόμιση;?
That's not to say that we shouldn't take into account his delay in treatment and wonder if it contributed to his ultimate demise.
Αυτό δε σημαίνει βέβαια ότι δεν πρέπει να λάβουμε υπόψη την καθυστέρησή του στη θεραπεία και να αναρωτιόμαστε αν αυτό συνέβαλε στην τελική του κατάληξη.
Miss Birkin, has stopped carrying the bag of the same name, saying it contributed to his injuries.
Η Jane Birkin σταμάτησε να κρατά την τσάντα που φέρει το όνομά της υποστηρίζοντας ότι αυτή συνέβαλε στην τενοντίτιδά της.
Jane Birkin has since stopped carrying her namesake bag, saying it contributed to her tendinitis.
Η Jane Birkin σταμάτησε να κρατά την τσάντα που φέρει το όνομά της υποστηρίζοντας ότι αυτή συνέβαλε στην τενοντίτιδά της.
Therefore, the situation of this room should be designed so that everything is in it contributed to proper rest.
Ως εκ τούτου, η κατάσταση του αυτό το δωμάτιο πρέπει να είναι σχεδιασμένα έτσι ώστε όλα να είναι μέσα σε αυτό συνέβαλε στην κατάλληλη ανάπαυση.
Jane Birkin has since given up carrying her namesake bag, saying it contributed to her tendinitis.
Η Jane Birkin σταμάτησε να κρατά την τσάντα που φέρει το όνομά της υποστηρίζοντας ότι αυτή συνέβαλε στην τενοντίτιδά της.
will suffice to lift private consumption to propel growth as much as in 2015, when it contributed one percentage points to an overall expansion of 1.7 percent.
οι φετινές μισθολογικές συμφωνίες θα επαρκέσουν για να τονώσουν την ιδιωτική κατανάλωση προκειμένου να ενισχυθεί η ανάπτυξη όσο και το 2015, όταν συνεισέφερε 1, 0 ποσοστιαία μονάδα στο συνολικό ρυθμό οικονομικής ανάπτυξης του 1,7%.
instead of isolating Cuba, it contributed to the international isolation of that country.
αντί να απομονώσει την Κούβα, συνεισέφερε στη διεθνή απομόνωση της ίδιας τους της χώρας.
It contributed to the new classification of products by child size(rather than weight)
Η Dorel συνέβαλλε στη νέα ταξινόμηση των προϊόντων κατά μέγεθος του παιδιού(παρά κατά βάρος)
while on the other hand, it contributed to sensitize and activate all parties involved- Principal, teaching staff, students.
αποτελεσματική δράση για την αναχαίτιση του φαινομένου, αφ' ετέρου συνέβαλλε στην ευαισθητοποίηση και ενεργοποίηση όλων των εμπλεκομένων- Διευθυντή, εκπαιδευτικοί, εκπαιδευόμενοι.
Results: 112, Time: 0.0443

Word-for-word translation

Top dictionary queries

English - Greek