KEY COMPONENT in Greek translation

[kiː kəm'pəʊnənt]
[kiː kəm'pəʊnənt]
βασικό εξάρτημα
στοιχείο κλειδί
key element
key component
key evidence
key factor
key detail
συστατικό-κλείδα
key component
συστατικό-κλειδί
καίρια συνιστώσα
κομβικό συστατικό
κύρια συνιστώσα
κεντρικό συστατικό

Examples of using Key component in English and their translations into Greek

{-}
  • Colloquial category close
  • Official category close
  • Medicine category close
  • Ecclesiastic category close
  • Financial category close
  • Official/political category close
  • Computer category close
This perceived credibility is a key component in advertising effectiveness.”.
Αυτή η αντιληπτή αξιοπιστία είναι βασικό συστατικό της αποτελεσματικότητας της διαφήμισης”.
A key component of the direct democracy model being enacted in Rojava is co-leadership.
Βασική συνιστώσα του μοντέλου άμεσης δημοκρατίας που τίθεται στη Ροζάβα είναι η συνειδητοποίηση.
DENSO provides key component of Volvo's innovative 3-cylinder Drive E engine.
H DENSO παρέχει το βασικό εξάρτημα του καινοτόμου 3-κύλινδρου κινητήρα της Volvo.
Are a key component of the Mediterranean Diatrofis. Syskefasia 500gr.
Αποτελούν κύριο συστατικό της Μεσογειακής Διατροφής. Συσκευασία 500γρ.
Grief management is also a key component of the program.
Η διαχείριση του πένθους αποτελεί, επίσης, σημαντικό στοιχείο του προγράμματος.
It is discussed in Daíl Éireann and is a key component of our annual budget.
Συζητείται στην Daνl Ιireann και αποτελεί σημαντικό συστατικό του ετήσιου προϋπολογισμού μας.
A flexible bearing is the key component of a harmonic drive reducer.
Ένα εύκαμπτο ρουλεμάν είναι το συστατικό κλειδί ενός αρμονικού μειωτή κίνησης.
Support for victims is a key component of any local security policy.
Η υποστήριξη στα θύματα είναι στοιχείο κλειδί για κάθε πολιτική αστικής ασφάλειας.
Recognizing risk factors are a key component to reducing injury.
Αναγνωρίζοντας τους παράγοντες κινδύνου είναι ένα βασικό στοιχείο για τη μείωση των τραυματισμών.
Experimenting is a key component of learning science at Carleton.
Ο πειραματισμός είναι ένα βασικό συστατικό της μάθησης της επιστήμης στο Carleton.
European Standards are a key component of the Single European Market.
Τα ευρωπαϊκά πρότυπα είναι μια βασική συνιστώσα της Ενιαίας Ευρωπαϊκής Αγοράς.
The LC display is the headlamp's key component.
Η οθόνη LC είναι το βασικό εξάρτημα του προβολέα.
Antioxidants are another key component for a healthy brain.
Τα αντιοξειδωτικά είναι ένα άλλο σημαντικό συστατικό του υγιούς εγκεφάλου.
Behavior modification is a key component of peace enforcement.
Η τροποποίηση της συμπεριφοράς είναι ένα κύριο συστατικό της επιβολής ειρήνης.
Those ingredients are key component of joint cartilages
Εκείνα τα συστατικά είναι συστατικό κλειδί των κοινών χόνδρων
This includes any key component of a binary or multi component chemical system.
Συμπεριλαμβάνεται και κάθε συστατικό-κλείδα δυαδικού ή πολυσύνθετου χημικού συστήματος.
The key component of that is not getting hit.
Το στοιχείο κλειδί είναι να μην χτυπηθείς.
A key component is testosterone.
Ένα βασικό συστατικό είναι η τεστοστερόνη.
The central console is also a key component of the All-new Clio's Smart Cockpit.
Η κεντρική κονσόλα είναι επίσης ένα βασικό στοιχείο του Smart Cockpit του ολοκαίνουριου Clio.
A diet high in omega-3 reduces inflammation, a key component in asthma.
Μια δίαιτα με υψηλή περιεκτικότητα σε ωμέγα-3s μειώνει τη φλεγμονή, βασική συνιστώσα του άσθματος.
Results: 921, Time: 0.0545

Word-for-word translation

Top dictionary queries

English - Greek