LARGEST INCREASES in Greek translation

['lɑːdʒist 'iŋkriːsiz]

Examples of using Largest increases in English and their translations into Greek

{-}
  • Colloquial category close
  • Official category close
  • Medicine category close
  • Ecclesiastic category close
  • Financial category close
  • Official/political category close
  • Computer category close
The largest increases in modern contraceptive use(more than 15 percent)
Η μεγαλύτερη αύξηση στη χρήση μεθόδων αντισύλληψης(μεγαλύτερη των 15 ποσοστιαίων μονάδων)
Largest increases in participation is in under 25
Μεγάλη αύξηση της συμμετοχής στις ηλικιακές ομάδες<25
while during 2000-2005 increased their energy consumption by about 24%, one of the largest increases in Europe.
κατά την περίοδο 2000-2005 αύξησαν την ενεργειακή τους κατανάλωση κατά περίπου 24%, μία από τις μεγαλύτερες αυξήσεις στην Ευρώπη.
the most common pattern of habit formation was for early repetitions of the chosen behaviour to produce the largest increases in its automaticity.
η πιο κοινή μορφή σχηματισμού μιας συνήθειας ήταν μέσω έγκαιρων επαναλήψεων της επιλεγμένης συμπεριφοράς, ώστε να επιτευχθεί η μεγαλύτερη αύξηση στον αυτοματισμό της.
while the countries with the smallest total debt are often those that have seen the largest increases over recent years.
οι χώρες με το μικρότερο συνολικό χρέος είναι συχνά εκείνες που έχουν δει τη μεγαλύτερη αύξηση τα τελευταία χρόνια.
Greece and Portugal have seen the private share of health spending increase by around 4 percentage points since 2009, the largest increases in the OECD, resulting in a third of all health spending coming from private sources in 2013 in both countries.
Στην Ελλάδα και την Πορτογαλία η ιδιωτική συμμετοχή στις δαπάνες υγείας αυξήθηκε κατά περίπου 4 ποσοστιαίες μονάδες από το 2009, η μεγαλύτερη αύξηση στις χώρες του ΟΟΣΑ, με αποτέλεσμα το ένα τρίτο του συνόλου των δαπανών για την υγεία να προέρχεται από ιδιωτικούς πόρους, το 2013, και στις δύο χώρες.
Greece and Portugal have seen the private share of health spending increase by around 4% since 2009, the largest increases in the OECD, resulting in a third of all health spending coming from private sources in 2013 in both countries.
Στην Ελλάδα και την Πορτογαλία η ιδιωτική συμμετοχή στις δαπάνες υγείας αυξήθηκε κατά περίπου 4 ποσοστιαίες μονάδες από το 2009, η μεγαλύτερη αύξηση στις χώρες του ΟΟΣΑ, με αποτέλεσμα το ένα τρίτο του συνόλου των δαπανών για την υγεία να προέρχεται από ιδιωτικούς πόρους, το 2013, και στις δύο χώρες.
Largest increases in participation is in under 25
Μεγάλη αύξηση της συμμετοχής στις ηλικιακές ομάδες<25
The single largest increase came in the area of durable goods manufacturing.
Η μοναδική μεγάλη αύξηση ήλθε στην περιοχή της πληροφορίας.
This is the largest increase ever in a single year.
Πρόκειται για τη μεγαλύτερη αύξηση που έχει σημειωθεί ποτέ μέσα σε διάστημα ενός έτους.
The single largest increase came in the area of information.
Η μοναδική μεγάλη αύξηση ήλθε στην περιοχή της πληροφορίας.
This was by far the largest increase in the country.
Ήταν μακράν η μεγαλύτερη αύξηση στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
The largest increase in retail sales in 2012 compared to 2011 occurred in.
Αντίποδα οι μεγαλύτερες αυξήσεις σε σύγκριση με το 2012, παρατηρήθηκαν στις.
A large increase in population.
Μεγάλη αύξηση του πληθυσμού.
That's the largest increase since 2015.
Αυτή είναι η μεγαλύτερη αύξηση από το 2015.
S-4 has overall presented larger increases in muscle mass than DHT.
S-4 έχουν παρουσιάσει συνολικά τις μεγαλύτερες αυξήσεις στη μάζα μυών από DHT.
Large increase in elasticity(creation mortars free from cracks).
Μεγάλη αύξηση της ελαστικότητας(δημιουργία κονιαμάτων απαλλαγμένα από ρηγματώσεις).
African countries saw the largest increase in persecution in 2014.
Οι Αφρικανικές χώρες είχαν τη μεγαλύτερη αύξηση σε διωγμούς το 2014.
However, individuals may have larger increases than reflected by the mean changes.
Ωστόσο, κάποια άτομα ενδέχεται να έχουν μεγαλύτερες αυξήσεις από εκείνες που αντικατοπτρίζονται από τις μέσες αλλαγές.
Large increase in public investment.
Μεγάλη αύξηση των δημοσίων επενδύσεων.
Results: 65, Time: 0.0358

Largest increases in different Languages

Word-for-word translation

Top dictionary queries

English - Greek