LONGEVITY in Greek translation

[lɒn'dʒeviti]
[lɒn'dʒeviti]
μακροζωία
longevity
long life
live long
life span
μακροβιότητα
longevity
long life
live long
life expectancy
διάρκεια
duration
during
course
length
time
throughout
period
span
shelf
long
μακροημέρευση
longevity
long life
long live
long-term
μακροζωΐα
longevity
long life
μακροβιότητά
longevity
its durability
μακροζωίας
longevity
long life
live long
life span
μακροβιότητας
longevity
long life
live long
life expectancy
διάρκειας
duration
during
course
length
time
throughout
period
span
shelf
long
μακροημέρευσης
longevity
long life
long live
long-term

Examples of using Longevity in English and their translations into Greek

{-}
  • Colloquial category close
  • Official category close
  • Medicine category close
  • Ecclesiastic category close
  • Financial category close
  • Official/political category close
  • Computer category close
Greater longevity than cork, paper or melamine.
Μεγαλύτερη διάρκεια ζωής από φελλό, χαρτί ή μελαμίνη.
Enjoy it as a beverage along with honey for longevity.
Απολαύστε το ως αφέψημα μαζί με μέλι για μακροζωία.
And that is a vision. Longevity.
Και αυτό είναι όραμα. Μακροβιότητα.
cycles, and longevity.
τους κύκλους και τη μακροζωΐα.
We wish you, above all, longevity and health.
Ευχόμαστε πάνω απ΄όλα υγεία και μακροημέρευση.
Protect longevity of skin cells-.
Προστασία μακροζωίας των δερματικών κυττάρων-.
Longevity of Results: Usually permanent.
Διάρκεια αποτελεσμάτων: Συνήθως μόνιμα.
Take good care of your socks, maximizing their longevity.
Φροντίστε τις κάλτσες σας σωστά μεγιστοποιώντας τη διάρκεια ζωής τους.
Untimely death and longevity.
Πρόωρος θάνατος και μακροβιότητα.
Stainless steel durable-built for endurance and longevity.
Ανοξείδωτο χάλυβα ανθεκτικό-χτισμένο για αντοχή και μακροζωία.
White is for the longevity.".
Το λευκό για μακροημέρευση.".
This is what benefits the body and your longevity.
Αυτό κάνει καλό στο σώμα σας και τη μακροβιότητά σας.
Eating noodles on the day of moving in brings longevity.
Λένε ότι αν τρως ραμεν την μέρα της μετακόμισης, αυτό φέρνει μακροζωΐα.
I have a kind of longevity that lasts forever,
Έχω ένα είδος μακροβιότητας που κρατάει για πάντα,
Symbol of health, longevity, vitality and prolonged youth.
Σύμβολο υγείας, μακροζωίας, ζωτικότητας και παρατεταμένης νεότητας.
As far as career longevity, you can't really tell.
Όσον αφορά διάρκεια καριέρας, δεν ξέρω πολλά.
For improved endurance/ track longevity.
Για βελτιωμένη αντοχή/ διάρκεια ζωής στην πίστα.
Precious gift of Crete for wellness and longevity.
Πολύτιμο δώρο της Κρήτης για ευζωία και μακροβιότητα.
A balanced life is essential for our health and longevity.
Μια ισορροπημένη ζωή είναι απαραίτητη για την υγεία και μακροζωία μας.
Try not to confuse longevity with a job well done.
Προσπάθησε να μην μπερδεύεις τη μακροβιότητας με μια δουλειά καλά καμωμένη.
Results: 4569, Time: 0.0547

Top dictionary queries

English - Greek