PROJECTS DEALING in Greek translation

['prɒdʒekts 'diːliŋ]
['prɒdʒekts 'diːliŋ]
τα σχέδια που ασχολούνται
σχέδια που αφορούν
έργα που ασχολούνται
προγράμματα που ασχολούνται

Examples of using Projects dealing in English and their translations into Greek

{-}
  • Official category close
  • Colloquial category close
  • Medicine category close
  • Ecclesiastic category close
  • Financial category close
  • Official/political category close
  • Computer category close
The overall aim of the workshop is to promote networking among Operational Groups(OGs) and other innovative projects dealing with crop rotation and diversification.
Στόχος του εργαστηρίου είναι να προωθηθεί η δικτύωση μεταξύ των Επιχειρησιακών Ομάδων και άλλων καινοτόμων έργων που ασχολούνται με τις εναλλακτικές καλλιέργειες και τη διαφοροποίηση αυτών.
Its overall aim is to promote networking among OGs and other innovative projects dealing with crop rotation
Στόχος του εργαστηρίου είναι να προωθηθεί η δικτύωση μεταξύ των Επιχειρησιακών Ομάδων και άλλων καινοτόμων έργων που ασχολούνται με τις εναλλακτικές καλλιέργειες
the Commission selected 96 projects dealing with topics such as enlargement,
η Επιτροπή ενέκρινε 96 σχέδια που αφορούν τα θέματα της διεύρυνσης,
Targeting those most affected by the conflict is important, but the projects dealing with young people,
Είναι σημαντικό να εστιάσουμε σε όσους έχουν πληγεί περισσότερο από τη σύγκρουση, όμως τα έργα που αφορούν τους νέους, το μέλλον μας,
The projects deal with the treatment of wastewater
Τα έργα αφορούν την επεξεργασία των λυμάτων
Both projects deal with waste management.
Και τα δύο έργα αφορούν τη διαχείριση αποβλήτων.
Three Dutch projects deal with waste management.
Τρία από τα ολλανδικά έργα αφορούν τη διαχείριση των αποβλήτων.
The project deals with goodness, generosity and solidarity.
Το έργο πραγματεύεται την καλοσύνη, τη γενναιοδωρία και την αλληλεγγύη.
This particular project deals with the deployment of the traffic management system.
Αυτό το συγκεκριμένο έργο αφορά την ανάπτυξη ενός συστήματος διαχείρισης της κυκλοφορίας.
The project deals with 5 continental salt marsh sub sites across the region of Brandenburg.
Το έργο αφορά 5 επιμέρους ηπειρωτικές αλυκές στην περιοχή του Βρανδεμβούργου.
Two projects deal with the long-term effects of pollution caused by agricultural run-off
Δύο έργα αφορούν τις μακροπρόθεσμες επιπτώσεις ρύπανσης από τις αγροτικής προελεύσεως διηθήσεις
Two projects deal with clean technologies to help reduce the environmental impact of economic activities.
Δύο έργα αφορούν τις καθαρές τεχνολογίες, προκειμένου να μειωθούν οι περιβαλλοντικές επιπτώσεις των οικονομικών δραστηριοτήτων.
Two projects deal with waste management,
Δύο έργα αφορούν τη διαχείριση των αποβλήτων,
The project deals with the therapeutic horse riding that the association started a year ago.
Το πρόγραμμα αφορά την θεραπευτική ιππασία όπου ο σύλλογος έχει ξεκινήσει εδώ και ένα χρόνο.
The project deals with the optimization of citizen's mobility through an innovative journey-planner application,
Το πρόγραμμα αφορά στη βελτιστοποίηση της μεταφοράς των πολιτών μέσω εφαρμογής τύπου“σχεδιαστής ταξιδίου”(journey planner),
One project deals with waste management(packaging
Ένα έργο αφορά τη διαχείριση αποβλήτων(τομέας συσκευασίας
The project deals with the topic of social inclusion proposing the improvement of tourist easy access in the participating territories.
Το έργο πραγματεύεται το θέμα της κοινωνικής ένταξης, προτείνοντας τη βελτίωση της τουριστικής πρόσβασης στις εμπλεκόμενες περιοχές του προγράμματος.
The project deals with the discovery, acceptance,
Το έργο πραγματεύεται την ανακάλυψη, αποδοχή,
All four projects deal with the port of Souda,
Και τα τέσσερα αυτά έργα αφορούν το Λιμάνι της Σούδας
This research project deals with the development and application of an integrated methodology for health risk assessment of road traffic
Το ερευνητικό έργο αφορά στην ανάπτυξη και εφαρμογή ενιαίας μεθοδολογικής προσέγγισης για την εκτίμηση των επιπτώσεων στην υγεία
Results: 111, Time: 0.0375

Word-for-word translation

Top dictionary queries

English - Greek