RELIGIOUS DEVOTION in Greek translation

[ri'lidʒəs di'vəʊʃn]
[ri'lidʒəs di'vəʊʃn]
θρησκευτική αφοσίωση
θρησκευτική ευλάβεια
θρησκευτικής αφιέρωσης
θρησκευτικής αφοσίωσης
η θρησκευτική της προσήλωση
θρησκευτική αφοσίωσι

Examples of using Religious devotion in English and their translations into Greek

{-}
  • Colloquial category close
  • Official category close
  • Medicine category close
  • Ecclesiastic category close
  • Financial category close
  • Official/political category close
  • Computer category close
This religious devotion to supreme values is shown in the relation of the supposedly irreligious mother to her child
Αυτή η θρησκευτική αφοσίωση στις υπέρτατες αξίες φαίνεται στην σχέση την υποτιθέμενης άθρησκης μητέρας με το παιδί της
Here is a Christian value-system, ethical, standard, religious devotion, attitude to money, ambition, lifestyle
Εδώ υπάρχει ένα χριστιανικό σύστημα αξιών, βάση για ένα ηθικό επίπεδο, θρησκευτική αφοσίωση, στάση απέναντι στο χρήμα,
This religious devotion to supremeˆ values is shown in the relation of the supposedly irreligious mother to her child
Αυτή η θρησκευτική αφοσίωση στις υπέρτατες αξίες φαίνεται στην σχέση την υποτιθέμενης άθρησκης μητέρας με το παιδί της
Gaius Baltar had political power, and you should be terrified to think about what this man will do with blind religious devotion.
ο Γκάιους Μπάλταρ διέθετε πολιτική ισχύ. Και θα έπρεπε να τρέμετε όταν σκέφτεστε τι θα κάνει αυτός ο άνδρας με τυφλή θρησκευτική αφοσίωση.
love, religious devotion and rebellion against the atrocities committed by humans on human beings.
την αγάπη, τη θρησκευτική αφοσίωση, και ενάντια στην καταπίεση και εκμετάλλευση από άνθρωπο σε άνθρωπο.
period that Christina Rossetti, her mother and her sister became deeply interested in the teachings of the Church of England- and religious devotion came to play a major part in Rossetti's life.
την αδελφή της συμμετείχαν στο Αγγλο-Καθολικό κίνημα που ήταν μέρος της Εκκλησίας της Αγγλίας, και αυτή η θρησκευτική αφοσίωση έπαιξε σημαντικό ρόλο στην προσωπική ζωή της Ροσέτι για το υπόλοιπο της ζωής της.
there exists a religious devotion to the idea the state must mandate individuals to either participate in a certain activity
υπάρχει θρησκευτική αφοσίωση στην ιδέα ότι το κράτος πρέπει να εξαναγκάσει τα άτομα είτε να συμμετάσχουν σε μια συγκεκριμένη δραστηριότητα
Joel Ekelöf is nothing short of a priest for his audience(in the sense that he elicits religious devotion with absolute grace,
Ο Joel Ekelöf δεν είναι τίποτα λιγότερο από ιερέας για το κοινό του(με την έννοια ότι τους καθοδηγεί με θρησκευτική ευλάβεια και απόλυτη φυσικότητα,
of practices of living as will enable it to“follow after” the Master in the demonstration of his real life of religious devotion to the doing of his Father's will
στις πρακτικές της ζωής ώστε να δυνηθούν να«ακολουθήσουν» τον Κύριο στην επίδειξη της δικής του αληθινής ζωής της θρησκευτικής αφιέρωσης στην εκτέλεση του θελήματος του Πατέρα του
of practices which would enable them to“follow after” the Master in honor of his real life of religious devotion to the doing of his Fathers' will
στις πρακτικές της ζωής ώστε να δυνηθούν να«ακολουθήσουν» τον Κύριο στην επίδειξη της δικής του αληθινής ζωής της θρησκευτικής αφιέρωσης στην εκτέλεση του θελήματος του Πατέρα του
salvation to a national emblem and give it religious devotion.
σωτηρία των σ' ένα εθνικό έμβλημα και να του απονέμουν θρησκευτική αφοσίωσι.
of practice of living as will enable it to"follow after" the Master in the demonstration of his real life of religious devotion to the doing of his Father's will
στις πρακτικές της ζωής ώστε να δυνηθούν να«ακολουθήσουν» τον Κύριο στην επίδειξη της δικής του αληθινής ζωής της θρησκευτικής αφιέρωσης στην εκτέλεση του θελήματος του Πατέρα του
For such an intellectual sacrifice in favor of an unconditional religious devotion is ethically quite a different matter than the evasion of the plain duty of intellectual integrity,
Διότι μια τέτοια θυσία της διάνοιας, υπέρ μιας άνευ όρων θρησκευτικής αφοσίωσης, είναι από ηθικής άποψης αρκετά διαφορετικό ζήτημα από εκείνη την υπεκφυγή του απλού καθήκοντος διανοητικής τιμιότητας,
For such an intellectual sacrifice in favor of an unconditional religious devotion is ethically quite a different matter than the evasion of the plain duty of intellectual honesty,
Διότι μια τέτοια θυσία της διάνοιας, υπέρ μιας άνευ όρων θρησκευτικής αφοσίωσης, είναι από ηθικής άποψης αρκετά διαφορετικό ζήτημα από εκείνη την υπεκφυγή του απλού καθήκοντος διανοητικής τιμιότητας,
Spiritual obsession(different than religious devotion).
Πνευματική εμμονή(σε αντίθεση με τη θρησκευτική αφοσίωση).
Religious devotion, but also as.
Την θρησκευτική λατρεία αλλά και το..
Spiritual obsession(as opposed to religious devotion).
Πνευματική εμμονή(σε αντίθεση με τη θρησκευτική αφοσίωση).
Should we be enthralled by our own religious devotion?
Θα έπρεπε να παρασύρεστε από τη δική σας θρησκευτική αφοσίωση;?
Portraying Jesus has nothing to do with religious devotion.
Το να κανεις τον Ιησου δεν εχει να κανει τιποτα με την θρησκευτικη αφοσιωση.
history and centuries of religious devotion.
ιστορία και αιώνες θρησκευτικής λατρείας.
Results: 163, Time: 0.0498

Word-for-word translation

Top dictionary queries

English - Greek