ABOUNDED in Greek translation

[ə'baʊndid]
[ə'baʊndid]
αφθονούσε
ανεδειξαν
αφθονήσει
επερίσσευσεν

Examples of using Abounded in English and their translations into Greek

{-}
  • Ecclesiastic category close
  • Colloquial category close
  • Official category close
  • Medicine category close
  • Financial category close
  • Official/political category close
  • Computer category close
In his later life, rumours abounded of Ferdinand's trysts with lieutenants and valets.
Στην μετέπειτα ζωή του αφθονούσαν οι φήμες για μυστικές συνευρέσεις του Φερδινάνδου με υπολοχαγούς και θαλαμηπόλους.
their deep poverty abounded to the riches of their liberality.
η βαθεια πτωχεια αυτων ανεδειξαν εκ περισσου τον πλουτον της ελευθεροτητος αυτων.
Gods and other supernatural beings abounded and not infrequently crossed over from their world to ours.
Οι θεοί και τα άλλα υπερφυσικά όντα αφθονούσαν και πολύ συχνά περνούν από τον κόσμο τους στον δικό μας.
their deep poverty abounded unto the riches of their liberality.
η βαθεια πτωχεια αυτων ανεδειξαν εκ περισσου τον πλουτον της ελευθεροτητος αυτων.
Therefore, Paul says that the truthfulness of God has abounded to His glory, owing to our sinfulness and lies.
Γι' αυτό ο Παύλος λέει ότι η αξιοπιστία του Θεού έχει αφθονήσει προς δόξα Του, εξαιτίας της αμαρτωλότητας και των ψεμάτων μας.
psychoanalytic theories have abounded traditionally.
οι ψυχαναλυτικές θεωρίες κατά παράδοση αφθονούσαν ανέκαθεν.
She abounded in good deeds
Αυτή αφθονούσε σε καλά έργα
competent farmers cultivated fragrant orchards and where wild animals, including a large number of elephants, abounded.
η Ατλαντίδα ήταν μια χώρα όπου ικανοί γεωργοί καλλιεργούσαν ευωδιαστά περιβόλια και όπου αφθονούσαν τα άγρια ζώα, μεταξύ των οποίων και μεγάλος αριθμός ελεφάντων.
Rumors abounded that her record company were to release a greatest hits at the end of 2004 in early March,
Οι φήμες αφθονούν ότι η δισκογραφική εταιρεία της ήταν να κυκλοφορήσει ένα greatest hits στα τέλη του 2004 στις αρχές Μαρτίου,
The 18th century abounded in romantic riddles- the Man in the Iron Mask,
Ο 18ος αιώνας αφθονούσε από ρομαντικά αινίγματα ο Άνθρωπος πίσω από τη Σιδερένια Μάσκα,
although rumours of assassination or suicide abounded.
τρόπου ζωής, αν και αφθονούσαν οι φήμες για δολοφονία ή αυτοκτονία.
cheating rumors have abounded.
οι εξαπατώντας φήμες έχουν αφθονούν.
The name, as she says the word came from the olive tree, which abounded, and cultivated in the region.
Η ονομασία, όπως λέει και η ίδια η λέξη, προήλθε από το δέντρο ελιά, όπου αφθονούσε και καλλιεργείτο στην περιοχή.
The port has inherited its name"Patitiri" from the olive presses that abounded until 1957.
Το λιμάνι έχει κληρονομήσει το όνομά του"Πατητήρι" από τα ελαιοτριβεία που αφθονούσαν μέχρι το 1957.
the Slavs believed that there were three"spirit nights" in the year when magic abounded and the Otherworld was near.
υπήρχαν τρεις« Νύχτες Πνευμάτων» κατά τη διάρκεια του έτους όπου η μαγεία αφθονούσε και ο Αλλόκοσμος ήταν κοντά.
productive lake, abounded in material riches.
την παραγωγική της λίμνη, αφθονούσε σε υλικά πλούτη.
where competing legal jurisdictions abounded and no single sovereign voice could be found,
όπου ανταγωνιζόμενες νομικές δικαιοδοσίες αφθονούσαν και καμιά κυρίαρχη φωνή δεν μπορούσε να βρεθεί, ο βασιλιάς δεν έκανε το νόμο,
the Kerala mathematicians had"laid the foundation for a complete system of fluxions" and these works abounded"with fluxional forms
οι μαθηματικοί του Kerala"είχαν θέσει τα θεμέλια για ένα ολοκληρωμένο σύστημα ρευστοποίησης" και αυτά τα έργα αφθονούσαν"με συνεχείς αλλαγές μορφής
Jesus Christ, abounded to many.
Ιησού Χριστού, επερίσσευσεν εις τους πολλούς.
Rumors abounded in the pre-internet days:
Οι φήμες έβριθαν στις προ-ίντερνετ μέρες:
Results: 60, Time: 0.0626

Top dictionary queries

English - Greek