BASIC SKILLS in Greek translation

['beisik skilz]
['beisik skilz]

Examples of using Basic skills in English and their translations into Greek

{-}
  • Colloquial category close
  • Official category close
  • Medicine category close
  • Ecclesiastic category close
  • Financial category close
  • Official/political category close
  • Computer category close
Stresses the need to develop basic skills in order to achieve quality education;
Τονίζει την ανάγκη ανάπτυξης βασικών δεξιοτήτων για την επίτευξη ποιοτικής εκπαίδευσης·.
Basic skills of executives in the Tourism sector.
Βασικές δεξιότητες των στελεχών στον κλάδο του Τουρισμού.
Quizzes for the assesment of basic skills eCourses Tips.
Κουίζ για την Εκτίμηση των βασικών δεξιοτήτων eCourses Tips.
Basic skills- literacy,
Βασικές δεξιότητες- γραμματισμός,
Encourage the development of basic skills.
Στην ανάπτυξη των βασικών δεξιοτήτων.
Three basic skills.
Τρεις βασικές δεξιότητες.
Elicits higher order thinking in addition to basic skills.
Προκαλεί σκέψη ανώτερης τάξης πέραν των βασικών δεξιοτήτων.
Basic skills are not enough anymore!
Οι βασικές δεξιότητες δεν είναι αρκετές πλέον!
Improving Basic Skills.
Βελτίωση των βασικών δεξιοτήτων.
Council Conclusions on basic skills.
Συμπεράσματα του Συμβουλίου για τις βασικές δεξιότητες.
Improve basic skills.
Βελτίωση των βασικών δεξιοτήτων.
Outreach and guidance Basic skills.
Προσέγγιση και καθοδήγηση Βασικές δεξιότητες.
Bridging the gap through adult basic skills education.
Γεφυρώνοντας το κενό μέσω της εκπαίδευσης βασικών δεξιοτήτων ενηλίκων.
It starts with a foundation, basic skills.
Ξεκινάμε με θεμέλια, βασικές δεξιότητες.
Node> Equality and inclusion in adult basic skills education.
Ισότητα και ένταξη στην εκπαίδευση βασικών δεξιοτήτων ενηλίκων.
Together with new basic skills, basic skills form key skills.
Συνδυαζόμενα με νέες βασικές δεξιότητες, οι βασικές δεξιότητες δημιουργούν δεξιότητες-κλειδιά.
Offer certified MOOC to enhance basic skills.
Προσφορά πιστοποιημένων MOOC για την ενίσχυση των βασικών δεξιοτήτων.
Duration of training and basic skills.
Διάρκεια εκπαίδευσης και βασικές δεξιότητες.
Best practices in the field of basic skills teaching for adult learners.
Bέλτιστες πρακτικές στον τομέα της διδασκαλίας βασικών δεξιοτήτων σε ενήλικες εκπαιδευόμενους.
At school, they teach them basic skills.
Στο σχολείο διδάσκονται βασικές δεξιότητες.
Results: 703, Time: 0.049

Word-for-word translation

Top dictionary queries

English - Greek